μια ματιά

Μια ματιά

δεν ήταν προμελετημένη.

Μια ματιά, 

πλανήθηκε, μετεωρήθηκε, κοντοστάθηκε. 

 

Μια ματιά τυχαία.

Τα φύλλα σταμάτησαν το θρόισμα τους

τα πουλιά έμειναν για λίγο άλαλα

μια ματιά, 

σαστισμένη, 

τυχαία, 

μαγνητική, 

αμφίβολη.

free

Ξεγελώ τις νύχτες

και τις μέρες

τους λέω πως είμαι εδώ

μα κάτι λείπει

κάτι από την ψυχή

κάτι από το κορμί

και περιπλανιέμαι ακέραιη

θαρρείς

ψάχνοντας τα κλάσματα μου

στις νύχτες, στις στιγμές

όταν θέλω να ξεχαστώ

στον ύπνο, στα όνειρα

στον αιθέριο μου βίο παράλληλο

εκεί που δεν ελέγχω την ψυχή μου,

δεν σκηνοθετώ τα όνειρά μου.

passatempo

Ωραία blogger έχω γίνει εγώ που γράφω μόνο όποτε βαριέμαι στη δουλειά… κι ουτε καν τόσο συχνά! Νομίζω θα με διαγράψει η πανελλήνια ομοσπονδία βλόγκερς όπου να’ναι.

Λοιπόν… το θέμα είναι ότι σήμερα έχει τόση ησυχία που δε μπορώ να δουλέψω, απλά δε γίνεται. Εγώ θέλω να γίνεται κι ένας ψιλοχαμός για να καταβάλω προσπάθεια να συγκεντρωθώ και να τα καταφέρω. Είχα συνηθίσει και πάντα στο γραφείο να ακούγονται φωνές, βρισιές, τσακωμοί, τώρα δε μπορώ με τέτοια ηρεμία.

Διανύω επίσημα τον τρίτο μήνα μου στο ηρωικό (και δημοκρατικό, μην ξεχνάμε) heraklion και ιδού σε μπούλετς τα high-lights των διαπιστώσεών μου:

  • σε ένα χρόνο από τώρα θα είμαι η 2πλάσια. Ίσως και η 3πλάσια. Βασικά εδώ το πιο ποιοτικό και άρα σίγουρο μέσο διασκέδασης, είναι το φαί. Κάθε μέρα ακούω για άλλη ταβέρνα, ρακάδικο, μεζεδοπωλείο, μουσικό μεζεδοπωλείο. Παίζει να υπάρχουν περισσότερα από ό,τι και στην Αθήνα. Νομίζω κάθε βράδυ να πηγαίνω σε άλλο, θα μου πάρει μήηηηνες ολόκληρους μέχρι να τα εξαντλήσω και αν. Γενικά εδώ είσαι χορτασμένος. Και χορτασμένος φτηνά. Δεν πληρώνεις 20 ευρώ για 2 μπύρες και μια ποικιλία, με 10 εχεις φάει και πιει του σκασμού. Χώρια το γλυκό στο τέλος. Απλό παράδειγμα – όχι σε ταβέρνα, αλλά σε καφέ. Παραγγέλνουμε μια μπύρα κι ένα ποτήρι κρασί. Εκτός από αυτά, προσγειώνονται στο τραπέζι μας: ένα μπολ φυστικοξηροκάρπια, ένα μπολ πατατάκια, ένα μπολ με παξιμαδάκια σε διάφορες γεύσεις και αποχρώσεις, ένα πιάτο με 4 φλογέρες τυρί – ζαμπόν και ένα πιάτο με 4 σπρινγκ ρολλς. Πρέπει να αρχίσω επειγόντως γυμναστήριο!
  • ας μείνω στη διασκέδαση. Υπάρχουν 2-3 μπαρ τα οποία διαφέρουν από τα υπόλοιπα καγκουρομάγαζα. Σε αυτά γίνεται χαμός. Και οι φάτσες ανακυκλώνονται. Εγώ έχω παει σε καθένα 1-2 φορές και ήδη χαιρετάω κόσμο που γνώρισα εκεί. Μου λείπει ένα μαγαζί λίγο πιο underground, λίγο πιο industrial, που να μην παίζει όμως τα τραγούδια που παίζαμε στο προαύλιο του σχολείου με κιθάρες και φυσαρμόνικες 10+ χρόνια πριν. Να, κάτι σαν το Hoxton. Εδώ και τα μαγαζιά που διαφέρουν παρα-είναι κυριλέ. Αυτό το κυριλέ σηκώνει ανάλυη. Φυσικά υπάρχει και η κλασική guernica (βλ. παλιότερο ποστ) αλλά δεν είναι να το παρακάνεις με την πάρτη της, γιατί κινδυνεύεις να καείς πιστεύοντας ότι είσαι ακόμα 18 και μπορείς να χοροπηδάς ανέμελος στα σπασμένα πλακάκια. Χμμ…
  • Κεφάλαιο κυριλέ: πολύ στήσιμο βρε παιδί μου, πολύ στήσιμο. Γιατί; Ούτε στο Κολωνάκι δεν έχω δει τόση επιτήδευση (οκ, το παράκανα). Πάμε σε εγκαίνια ενός νέου μπαρακίου (δυστυχώς εξανεμίστηκαν οι ελπίδες μου ότι θα έφερνε κάτι το πολύ διαφορετικό βλέπε την απο πάνω παράγραφο). Η ώρα 8 με το ζόρι. Η μέρα Τρίτη. Οι κοπέλες – και οι άντρες, ντυμένες βαμμένες – οι άντρες όχι, πάλι καλα, στην τρίχα. Μαλλί κομμωτηρίου, φρεσκοσιδερωμένο, τακούνα να με το συμπάθιο, ντύσιμο, τσαντάκι φάκελος στο χέρι. Εγώ νιώθω η γυφτάρα του χωριού, αλλά γρήγορα συνέρχομαι και λέω ότι έτσι έχω βγει σάββατο βράδυ στην Αθήνα. Δεν έχω εγώ το πρόβλημα αλλά ΑΥΤΟΙ.
  • Ας πιάσουμε όμως και το Αυτές, πιο ειδικά. Πέρα από τα παραπάνω… οι γυναίκες έχουν λέμε τελείως ξεφύγει. Άκουσα για κοπέλα και δη υπάλληλο σε μαγαζί για παπούτσια, η οποία ανανεώνει το λουκ της αλλάζοντας περούκα. Υποθέτω, ξυπνάει το πρωί, λέει, ποια είμαι σήμερα, είμαι η μετενσάρκωση της Μονρο; Βαζει την ξανθιά πλατινέ περούκα. Η τρίτη είναι η μέρα της μελαχοινής περσόνας, η τετάρτη της τζέσικαραμπιτ-κοκκινομάλας και πάει λέγοντας. Εγώ έχοντας φρίξει ακούγοντας αυτό το νεωτερισμό – βρε μήπως είμαι συντηρητικιά τελικά; – εξέφρασα την άποψή μου, για να ακούσω να την υποστηρίζουν οι έτεροι συνομηλιτές ότι της πάει πολύ και γιατί όχι ; Εκεί αποφάσισα καλύτερα να μη μιλάω και πολύ.
  • … βέβαια οι άλλοι μιλάνε για μένα. Είπαμε, είμαι μόλις δυο μήνες κλεισμένους εδώ, δεν έχω κυκλοφορήσει και τόσο, έχω αποφύγει so far τα πολλά PR, γενικά κρατάω ινκόγκνιτο προφίλ. Η φήμη μου όμως προφανώς προηγείται. Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται που μαθαίνω από φίλο μου ότι του είπε μια φίλη του που της το είπε ο αφεντικός της που του το είπε ενας γνωστός του ότι εγώ παίρνω Χ μισθό. Δηλαδή… ποιος χριστιανός κάθισε κι ασχολήθηκε με μια τύπισσα που ουτε καν δεν εχει δει ποτέ, και άρχισε να διαδίδει φήμες για κείνη (που ήταν και μούφα συν τοις άλλοις!). Ήμαρτον! Get a life.
  • έρχονται διάφοροι που θέλουν να γράψουν εδώ στο περιοδικό και όλοι τους σχεδόν όταν τους ρωτήσω για τι πράγμα θέλουν να γράφουν, μου απαντάνε ότι θέλουν μια στήλη μέσα από την οποία να
    “θάβουν” κόσμο. Απίστευτο; Είμαστε η γενιά μήπως των μεσημεριανών γκόσιπ εκπομπών και θέλουμε να γίνουμε κατίνες στη θέση της κατίνας; Θα μου πεις βέβαια εσύ τι κάνεις τόση ώρα; Εγώ κάνω κοινωνιολογική παρατήρηση και καταγραφή.
  • Και μια που λέω για κοινωνιολογική παρατήρηση. Το Σάββατο πέρασα όλο το απόγευμά μου σε τοπικό δημόσιο νοσοκομείο. Εντάξει, περαστικό ήταν, μόλις μου έκαναν την ένεση όλα ξαναγίναν ρόδινα. Ένιγουέι… Στατιστική ανάλυση των θαμώνων των διαδρόμων του νοσοκομείου: ~45% αλβανοί, ~45% Έλληνες, λούμπεν κατάσταση ή βοσκάκια – πετσάκια (πετσακας = ψιλοορεσίβιος τύπος που φοράει μαύρο πουκάμισο, χρυσή καδένα, ψηλοκάβαλο τζιν, λουστραρισμένο παπούτσι, κρατάει κομπολόι και οδηγεί νισσάν ναβάρα). Αααα! κι ένα 10% βαριά – βαριά, λοιποί τύποι, πιο everyday φάτσες. Που πήγαν ξαφνικά οι κυριλέδες του herakliou?

Anyway, σταματάω εδώ γιατί έχω πάρει φόρα. Μην τα πω κι όλα με την πρώτη ε?

αν και ειμαι σίγουρη ότι θα έχω μπόλικο υλικό..

φτου ρε γαμώτο, ακόμα 4 είναι…. :-(

αχταρμάς

Είναι Παρασκευή απόγευμα, είμαι στη δουλειά, έχω πολλή δουλειά, σε μια εβδομάδα το περιοδικό πρέπει να κλείσει αλλά δε μπορώ να δουλέψω. Έχω βάλει τη μουσική δυνατά και τραγουδάω, το αφεντικό μου στο δίπλα δωμάτιο, θα ακούει, αλλά τι να πει κι αυτός. Έξω έχει βαριά συννεφιά, ωραία είναι, τον βαρέθηκα να σου πω τον ήλιο πια, ώχου, καλό και το φθινόπωρο, άσε που θέλω να βάλω τις νέες μπότες μου!

Είμαι πολύ κουρασμένη, έχω γράψει πολύ αυτές τις μέρες, ώρες ώρες νιώθω ότι ξεζουμίζω το κεφάλι μου. Αλλά δεν παραπονιέμαι σου λέω, γεμίζουν οι μέρες, οι ώρες, έρχονται κι οι φίλοι τσουπ και μου κάνουν παρέα που και πού, έχω και το γειτονάκι..

Το γειτονάκι? χοχο, ξέρω, βγάλατε λαυράκι. Είναι που λες ένα γειτονάκι, μούρλια το παιδάκι, μόνο που είναι λίγο πιο μικρό και λίγο φοιτητάκι. Αυτό το γειτονάκι λοιπόν, με έχει ερωτευθεί σφοδρά – μη ρωτάς πότε πρόλαβε κιόλας – και έχει βαλθεί να με αποτρελάνει. Κοινώς κάνει όλα εκείνα που κακομαθαίνουν μια γυναίκα, μου αφήνει σημειώματα κάτω από την πόρτα, τρέχει μεσάνυχτα να αγοράσει λουκουμάδες με μερέντα με δική του πρωτοβουλία, προσφέρεται να μου μαγειρέψει, μου λέει ανοιχτά πόσο με γουστάρει κι άλλα τέτοια. Και ερωτώ εγώ… πως το γειώνεις αυτό το παιδί; Πως γειώνεις αυτή την άψογη συμπεριφορά μετά από τόσο καιρό που έχεις φάει στη μάπα την καφρίλα, το σνομπισμό, την ξινίλα και τη μαλακία του κάθε ψυχακίου; Με τι σθένος γυρνάς και του λες είσαι μικρός για μένα, εγώ θέλω άλλα πράγματα μπλα μπλα μπλα; Όταν μάλιστα είναι και cuuuute πανάθεμάτο, και γλυκούλι, και αστείο, κι έξυπνο;

Ξέρετε, η θεωρία μου – του την έχω πει κιόλας – είναι ότι είναι ακόμα μικρός, και δεν έχει γαϊδουρέψει με τις γυναίκες.

τέλοσπάντων, κακά ξεμπερδέματα μου φαίνεται θα έχουμε. Χτες μου ανακοίνωσε ότι με είδε 2 φορές στο όνειρό του, και η μια ήταν εφιάλτης, γιατί εγώ ήμουν λέει με κάποιον που με έλεγε “μωρό του” και αυτός τα είχε πάρει κρανίο.

Ήμαρτον Κύριε, σε τι δοκιμασίες με βάζεις τη μωαμεθανή τώρα στα γεράματα; Πόσο ακόμα να αντέξει αυτό το προπύργιο;;;

Το κατάλαβα ότι παίζει μια περίεργη συναστρία, κάποια επίδραση της Αφροδίτης στο ζώδιό μου, ε δεν εξηγείται αλλιώς, με θυμάται παλιός αγαπητικός και με προσκαλεί “να γνωρίσω τη ζωή του” στο Λονδίνο, με ανακαλύπτει ο Γερμανός (γιατί κι η ccnio έχει το γερμανό της) χαμένος κάπου στο Μπουένος Άιρες και μου δηλώνει ότι θέλει να έρθει Ελλάδα, γιατί καλό και το b.a. αλλά εκεί δεν έχει ccnio.

Παράνοια, ξενιτειά, και παχυντικοί πειρασμοί τα μεσάνυχτα, το story οφ μάι λάιφ αυτό το μήνα.

Καμιά άλλη κουλαμάρα κανείς???

και υ.γ. για να μην ξεχνιόμαστε: το ικεα μας την έκανε τη χάρη, η μετακόμιση πάλι ακόμα με ταλαιπωρεί. Να’ναι καλά οι μεταφορείς που έχασαν μια κούτα με πράγματα και τρέχω τώρα πάλι σαν το μλκ…

ccnio strikes again!

Η ζωή κύκλους κάνει. Κι εγώ είμαι πάλι εδώ. Εδώ στο blog, εδώ στο Νότο.

Έχω μάλλον ξεχάσει να μπλογκάρω, εξάλλου γράφω τόσο πολύ πια καθημερινά για τη δουλειά μου που μετά δεν έχω όρεξη ή κουράγιο να ξαναστηθώ μπροστα από μια οθόνη και ένα πληκτρολόγιο. Αφήστε που ενίοτε νομίζω ότι θα στερέψουν οι λέξεις μέσα μου και μια μέρα θα ξυπνήσω και δε θα έχω κάτι άλλο να πω (ή να γράψω).

Είμαι εδώ περίπου ένα μήνα, αν και το ένα ποδαράκι ακόμα πατάει στην αττική γη και σιγά σιγά πάει να ανασηκωθεί για να φτάσει κι αυτό εδώ κάτω. Και αυτό το γεωγραφικό σπαγγάτο έχει λίγη πλάκα, τη μια μέρα χαίρομαι πολύ που το αριστερό είναι εδώ κάτω και θέλω να έρθει επειγόντως και το δεξί, την άλλη μου λείπει το δεξί ποδάρι και το αριστερό ζηλεύει και θέλει να πάει εκεί. Τελοσπάντων για να μην είμαι και αχάριστη, μια χαρά πάει η προσαρμογή μου εδώ, αν εξαιρέσει κανεις το οτι μου λείπουν ανελέητα οι φίλοι μου και ότι το ΙΚΕΑ δεν έχει φέρει ακόμα τις βιβλιοθήκες που θέλω με αποτέλεσμα να εξακολουθώ να ζω με τις κούτες. Οι ρυθμοί εδώ είναι σίγουρα διαφορετικοί, κι εγώ ακόμα σύμφωνα με το νόμο της αδράνειας συνεχίζω να τρέχω και πιάνω τον εαυτό μου να αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει πια λόγος. Η δύναμη της συνήθειας βλέπετε, όπως η αίσθηση του πανικού όταν ακούω από το ραδιόφωνο (ακούω αθηναικούς σταθμούς στο ιντερνετ, οι τοπικοί είναι απλά ανεκδιήγητοι!) ότι θα έχει απεργεία το μετρό, ο ησάπ, τα τραμ, τα τρόλευ μπλαμπλα και προς στιγμήν πανικοβάλλομαι για να συνειδητοποιήσω μερικά δευτερόλεπτα αγωνίας αργότερα ότι χεχε, δε μένω πια εκεί, και ότι ακόμα και την ώρα που θα έπρεπε να είμαι στο γραφείο να φύγω (με τα πόδια) από το σπίτι μου, θα φτάσω 10-15 λεπτά καθυστερημένη. χιχιχι.

Όπως έλεγα αρκετό καιρό πριν έρθω, αυτό που πίστευα θα με φρίκαρε πιο πολύ από όλα είναι η νοοτροπία. Ε ναι λοιπόν, καλά το είχα φανταστεί. ¨Η μάλλον ακόμα χειρότερα. Γιατί πάντα πίστευα ότι εμείς εδώ στην πρωτεύουσα τση Κρήτης είμαστε λιγάκι πιο προχωρημένοι. Ναι, αν εξαιρέσεις ότι είδα και γκέυ ζευγάρι αγκαλιά μέση με μέση να κάνει τον περίπατό του στο γνωστότερο σουλάτσο του νησιού, δυστυχώς υπάρχει έτσι μια μικρή καθυστέρηση στην αντίληψη… και φυσικά ούυυ, πολύς επαρχιωτισμός και αρχοντοχωριατιά. Το βλέπω και στη δουλειά μου. Ήρθα όμως εγώ και θα τους φέρω αθηναικό αέρα. Ή τουλάχιστον θα προσπαθήσω να μη γίνω σαν αυτούς! (χλωμό)

Νομίζω έχω πολλά να πω, αλλά ακούω τον κουρδιστή του πιάνου μου να “παίζει” με τα τελευταία-τελευτάια πλήκτρα και νομίζω πως πρέπει να κάνω την εμφάνισή μου προς τα κει.

Σας αφήνω προς το παρόν αγαπητοί αναγνώστες (αν έχει ξεμείνει κανείς δηλαδή, τόσο καιρό που είχε μείνει ακατοίκητο τουτο δω το βλογκ). Πάω να δω τι θυμάμαι από τις προ δεκαετίας δεκαετείς σπουδές μου στο όργανο.

χχχ

μεταμεσονύχτιες “καμμένες” θεωρίες

Μα καλά ακόμα στο Πάσχα έχω μείνει εδώ πέρα; Πήγα Πράγα, γύρισα, πήγα Πήλιο, γύρισα, έπηξα στη δουλειά, πήγα Κάρυστο, γύρισα, πήγα Μύκονο, γύρισα, πήζω στη δουλειά, πάω Σύρο το τριήμερο και υποθέτω γυρίζοντας θα ξαναπήξω στη δουλειά. Ναι. Ωραία.

Με αφορμή λοιπόν αυτό το “πήξιμο”, το θέμα που θα αναλύσουμε σήμερα είναι η νέα θεωρία μου για το πως καταφέρνει μια (μισθωτή) δουλειά να απορροφήσει όλο τον ελεύθερο χρόνο σου και την προσωπική ζωή σου, ή γιατί βγαίνεις άχρηστος/κακός υπάλληλος όταν πας να προβάλεις κάποιες λογικότατες αντιρρήσεις στις παρα-λογικότατες απαιτήσεις των ανώτερών σου ή έστω να βάλεις κάποια όρια στο πόσο μπορούν να σε… σοδομίζουν βρε αδερφέ. Τώρα δεν είμαι σίγουρη ότι η παραπάνω πρόταση βγάζει ακριβώς νόημα, αλλά είναι και αργά και το μυαλό όσο να πεις έχει αρχίσει να κουρκουταίνει με το πηγαινέλα άχρηστων πληροφοριών και την καταγραφή τους στα υπέροχα έντυπα στα οποία εργάζομαι.

Λοιπόν τι έλεγα; Α ναι. Η θεωρία μου για το πώς μπορεί να ξεφύγουν οι απαιτήσεις σε ένα εργασιακό περιβάλλον ώστε τα απολύτως παράλογα να είναι πια λόγικά και δεδομένα.

Ας πάρουμε ένα απλό και διόλου τυχαίο παράδειγμα. Επί δύο εβδομάδες δουλεύεις εξαντλητικές ώρες, non stop, βγάζοντας πολύ μεγάλο όγκο δουλειάς και όχι παίζοντας στο facebook. Έρχεται λοιπόν η Παρασκευή, η ώρα 12μιση το βράδυ (δουλεύεις ασταμάτητα από τις 10, το πρωί ντε) και θέλεις να φύγεις να πας σπίτι σου να κοιμηθείς ή να βρεις τους φίλους σου και να πνίξεις τον πόνο σου σε ένα και δύο και τρία και τέσσερα ποτά. Τι πιο λογικό θα μου πείτε, δεδομένου και μία και δύο και τρεις και τέσσερεις ώρες να κάτσεις ακόμα, η ρημαδο-δουλειά δεν θα τελειώσει. Ξαφνικά λοιπόν πιάνεις τον εαυτό σου να διαπραγματεύεται με τον/την προϊστάμενο και να απολογείσαι για το ότι φεύγεις “τόσο νωρίς”. Όπα, κάτι δεν πάει καλά εδω.

Θα σας πω τι δεν έχει πάει καλά. Άλλη συνάδελφος έχει ήδη κλείσει 48ωρο σερί  και ακόμα ακμαία (και με τα ίδια ρούχα από χτες) συνεχίζει λες και όταν ήταν μικρή έπεσε στη μαρμίτα με το red bull. Που να μιλήσεις τώρα κι εσύ με το ταπεινό σου δεκατετραμισάωρο?

Και μετά το παράδειγμα περνάμε στην θεωρία: Το πρόβλημα σε κάθε δουλειά εντοπίζεται στον/στην συνάδελφο που είναι διατετιμένος/η να θυσιάσει τα πάντα από τον προσωπικό του/της χρόνο και ζωή και να τα δώσει όλα προκειμένου να αποδείξει στο αφεντικό (ή στον εαυτό του/της) ότι είναι simply the best. Βγαίνει και σε μοντέλο που εξαρχής (από το εργοστάσιο σα να λέμε) δεν είχε προσωπική ζωή. Η έλειψη προσωπικής ζωής με τη σειρά της, συνεπάγεται παρατεταμένη έως οριστική αποχή από το σεξ, πράγμα που δημιουργεί αλυσσιδωτές ορμονικές διαταραχές που ως γνωστόν κάνουν τα νεύρα του/της τσατάλια. Η συνέχεια γνωστή. Τα νεύρα ξεσπάνε στους συναδέλφους, τα πάντα τον/την ενοχλούν, από τη μουσική μέχρι το ανοιχτό (ή το κλειστό ενίοτε, ανάλογα την ώρα και την πορεία του Ερμή) παράθυρο, κτλ κτλ κτλ. Το άτομο αυτό που λέτε, σιγά σιγά θέλει να περάσει το δικό του μοντέλο ζωής και στους γύρω του. Κατά την θεωρία μου αυτό είναι μια υποσυνείδητη πράξη εκδίκησης: “δε θα καλοπερνάτε εσείς με φίλους, γκόμενους και βολτούλες ενώ εγώ θα πήζω εδώ αφού δεν έχω που να πάω και ποιον να δω”. Το πιθανότερο είναι ότι το συγκεκριμένο άτομο στο σχολείο ήταν από αυτά τα παιδάκια που κυνηγούσαν το απουσιολόγιο και το τηρούσαν ευλαβικά, πετάγονταν από το καρεκλάκι τους με το δείχτη μονίμως αγκυλωμένο σε όρθια θέση ουρλιάζοντας “Κύριε-κύριε-κύριε!!!”, και στο διάλειμμα δεν έβγαιναν από την τάξη γιατί διάβαζαν το επόμενο μάθημα ώστε να κάνουν τους έξυπνους. You get the picture?

Έτσι που λέτε. Πάντα, σε κάθε γραφείο – εταιρεία – τμήμα, θα υπάρχει ένας ή παραπάνω σπασίκλες – κ*****νοι τύποι που χαλάνε την πιάτσα και αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή ναι μεν για σένα, παράδειγμα προς μίμηση ωστόσο για το αγαπημένο σου αφεντικό. Εννοείται πως ο τύπος (τύπισσα) αυτός /αυτή, θεωρεί αδιανόητη την απαίτηση που προβάλλεις εσύ να φύγεις πχ μια μέρα στο 8ωρό σου. Ή να μην πας το σ-κ να δουλέψεις. Ή να πεις μια μαλακία με το διπλανό σου.

Το κείμενο αυτό βασίζεται σε φανταστικά πρόσωπα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τελείως τυχαία. :-)

Πάσχα στο Τιμπουκτού!!!

Εδώ και πολλά χρόνια, κάθε χρόνο ζούσα το Πάσχα της Μαρμότας. Κοινώς, κάθε χρόνο παιζόταν το ίδιο επεισόδιο. Ο Ιησούς της Ναζαρέτ, ο Σπαρτακός, ο Λώρενς της Αραβίας, το Πάσχα στο Α/χώρι (ας μη γράψω το όνομα, έχει γίνει και διάσημο τώρα τελευταία, τρομάρα του). Κάθε χρόνο λοιπόν στο χωριό με τα σόγια και τα συμπεθεριά, τους κλασικούς οικογενειακούς τσακωμούς για το πότε θα πάμε, πότε θα γυρίσουμε, πόσες μέρες θα διανυκτερεύσουμε, αν η μαγειρίτσα θα έχει και κοιλίτσα, αν η λαμπάδα θα έχει μπιχλιμπίδια, το άγχος να φάμε όοοολο το κρέας, γιατί η γιαγιά από τον υπερβάλλοντα ζήλο της ξεκληρίσε ολόκληρο κοπάδι και εσχάτως το καινούργιο παραμυθάκι για το πότε θα παντρευτώ και θα κάνω παιδιά, και είιιιδες την ξαδέρφη σου τη Λ. που είναι και μικρότερη, και η Ρ. απέναντι που της χτίζουν και σπίτι - όπα ρε γιαγιά και που να τονε βάλω εγώ τον αγαπητικό στη γκαρσονιέρα? – άμα είσαστε αγαπημένοι θα βολευτείτε σιγά σιγά, εγώ με τον παππού σου…………… Τέλοσπάντων, αυτό είναι το κλίμα – πνεύμα των ημερών. Κάθε χρόνο Μ. Σάββατο ή συνήθως Κυριακή του Πάσχα έφευγαν τα εσεμές βροχή προς την κολλητή, κι επέστρεφαν πίσω με την ίδια ευχή: «Του χρόνου Πάσχα στο Τιμπουκτού». Μακριά από συγγενείς, υστερίες και καννιβαλιστικά έθιμα.

Φέτος από ότι φαίνεται η μαρμότα έπεσε σε χειμερία νάρκη. Κι η ευχή υλοποιείται. Όχι, δεν πάμε Τιμπουκτού. Ούτε και στη Χαβάη που έχει γίνει και της μόδας. Η κολλητή διασχίζει τον Ατλαντικό για να αντικρύσει τον Ειρηνικό (και τον έρωτα!) από το Σαν Φραν, κι υποφαινόμενη πετάει για Κεντρική Ευρώπη, και αύριο τέτοια ώρα θα πίνει μπύρα σε κάποιο τζαζ μπαράκι στην Πράγα με τους αγαπημένους της χλιμίντζουρες φίλους (άσχετο αλλά είναι πολύ βλακεία να μιλάς για τον εαυτό σου στο τρίτο πρόσωπο τελικά, αλλά τώρα βαριέμαι να ξανασυντάξω την πρόταση).

Με τη δουλειά και την κούραση όλων αυτών των ημερών δεν το είχα πολυ-συνειδητοποιήσει, αλλά σήμερα καθώς έφτιαχνα τη βαλίτσα και αποχαιρετούσα τη φιλενάδα σκέφτηκα ότι τα φετινά εσεμές θα ταξιδέψουν πολύ μακριά, κι όχι Κρήτη – Πύλο και τούμπαλιν.

Σε όσους διαβάζουν αυτό το κείμενο και δεν έχουν βαρεθεί να μπαίνουν στο μπλόγκ και να βλέπουν την πανάρχαια καταχώρηση (sorry Δημητρούλα, αλλά έχω λιώσει στη δουλειά κι ούτε χρόνος, ούτε όρεξη) εύχομαι καλό Πάσχα και κάντε καμιά ευχή, μπορεί να σας κάτσει κάποια στιγμή. Επίσης εύχομαι στην ξαδέρφη μου τη Λ. καλούς απογόνους, στη Ρ. καλορίζικο, και θα πιώ κι ένα αψέντι στην υγειά τους. Λυπάμαι μόνο που: α) δε θα φάω καλτσούνια ζεστά που μόλις έχουν βγει από το φούρνο ανήμερα τη Μ. Παρασκευή ενώ οι θείες ξινίζουν τα μούτρα τους με αποτροπιασμό για την αμαρτωλή συν γεροντοκόρη ανιψιά, και β) που θα χάσω την 500.000η επανάληψη του Λώρενς. Θα μου το γράψει κανείς στο βίντεο? :-Ρ

πολύχρωμα σχέδια σε μαύρο φόντο

 Το ήξερα ότι έπρεπε να τελειώσει. Ήμουν προετοιμασμένη, το ήθελα, το είχα πια ανάγκη. Είχα ήδη ξεπεράσει τα όρια μου. Τα συνήθη τουλάχιστον όριά μου, γιατί ο εαυτός μας συνεχώς μας εκπλήσσει. Ένιωθα και μέσα μου ότι έκλεινε το κεφάλαιο, απλά δεν ήξερα αν η αποφασιστικότητά μου θα κατέρρεε μόλις σε έβλεπα. Γι’ αυτό ήμουν νευρική, γι’ αυτό ήμουν απότομη, γι’ αυτό έλεγες πως ήμουν διαφορετική. Κρατιόμουν με άμυνες για να μην αφεθώ… για άλλη μια φορά.

Μέσα σε ένα μπαρ για μεθυσμένους αμερικανούς τουρίστες, με πολύχρωμα μπουκάλια και σκονισμένα βαρέλια, με μουσική άλλων δεκαετιών, σε άκουγα να μου λες για τα ουσιαστικά της ζωής σου, για τη χαρά σου, για τις αλλαγές σου. Χαιρόμουν που σε έβλεπα χαρούμενο. Και ήξερα πια πως εγώ δεν είχα θέση καμιά σε αυτό το δρόμο που ξεκινάς. Θα γυρίσεις στην αιώνια αγαπημένη σου, εκεί από όπου μάλλον δεν έφυγες ποτέ.

Κάτω από την αλαζονεία σου, κάτω από το ψώνιο σου, κάτω από την υπερβολή, κάτω από την αυτοπεποίθηση και τους παροξυσμούς σου, κάτι άλλο είδα εγώ θαρρώ, κάτι άλλο ερωτεύτηκα, ίσως αυτό τον χαζορομαντικό εαυτό σου που βουρκώνει κάθε φορά που βλέπει τη Καζαμπλάνκα, ή μου μίλαγε στις δύο τα ξημερώματα για τον Αριστοτέλη, ή με κοίταγε βαθιά στα μάτια και για λίγο αφηνόταν ή με φίλαγε με πάθος ή με κολάκευε με τα λόγια του που δεν θα μάθω ποτέ αν τα πίστευε.

Τα έντονα πάθη σφραγίζονται με δάκρυα, έτσι δεν είναι? Εξάλλου ξέρω πόσο σου αρέσουν οι κινηματογραφικοί αποχωρισμοί, δε θα σου άξιζε κάτι λιγότερο. Κι ας μη μοιάζω με τη Μπέργκμαν. Κι ας πήρα απλά ένα ταξί στη Φιλελλήνων… Ξέχασες τη Lifo στην τσάντα μου. Το εξώφυλλο εξακολουθεί να μου μοιάζει χαρούμενο και ανοιξιάτικο. Θα μου λείψεις, καλή τύχη.

ριγιούνιον!

 Κατόπιν απαιτήσεως του αναγνωστικού μου κοινού (!?) επανέρχομαι με ένα σύντομο post άνευ ουσίας και σκοπού. Ο τελευταίος μήνας ήταν ιδιαιτέρως δύσκολος, και αν δεν είχαν μεσολαβήσει και τα τσιπουράκια του Τυρνάβου, δεν ξέρω πως θα τον είχα βγάλει. Χαλάλι και οι δυόμισι ώρες στα 15 χλμ του κωλο-Μαλιακού. Θα μου πείτε, εσύ οδηγούσες? Όχι, αλλά συνοδηγούσα, και αν θέλετε να ξέρετε κατέβαλλα υπεράνθρωπες προσπάθειες να μη με πάρει ο ύπνος για να κρατήσω παρέα στον οδηγό. Τελοσπάντων, όλο αυτό το διάστημα δεν είχα χρόνο όχι για να γράψω εδώ μέσα, αλλά ούτε να διαβάσω άλλα βλόγκς οπότε μη μου κακιώνετε!

Σήμερα λοιπόν που ήρθα ευδιάθετη (!) στο γραφείο, διανύοντας την πέμπτη συνεχή μέρα με ακατέβατα δέκατα βρήκα ένα μήνυμα από έναν πρώην (συμμαθητή J) που με ρωτούσε αν θα πάω στο «ριγιούνιον» την επόμενη εβδομάδα! Χρειάστηκαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι ο κατά τα άλλα εξαιρετικά εύστροφος εγκέφαλός μου (δε θέλω σχόλια!) συνειδητοποιήσει ότι το εν λόγω «ριγιούνιον» είναι αυτό που είχε καθοριστεί δέκα χρόνια μετά από τη λήξη της σχολικής μας θητείας. 10 ΧΡΟΝΙΑ μετά… Νομίζω ότι κάποιος έχει πειράξει το συμπαντικό ρολόι, κάποιος πήδηξε τουλάχιστον μια πενταετία, γιατί δε μπορεί, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν, να πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια. Εννοείται ότι όταν κλείναμε το ραντεβού, τα δέκα χρόνια μας φαινόταν αιώνας, και νομίζαμε ότι ως τότε θα είμαστε κωλόγεροι – το λιγότερο. Θα μου πεις, σύνελθε κοριτσάκι, επειδή εσύ ακόμα περιφέρεσαι στη ζωή σου άσκοπα και μποέμικα, μέσα σε καπνούς και αλκοόλ (συνειρμικά μου ήρθε τώρα το «Φιλαράκι» που τραγουδάγαμε τότε με κιθάρες και ύφος μελαγχολικο – mon dieu!) και μένεις ακόμα στη φοιτητική σου γκαρσονιέρα, και κάνεις χαζοφλέρτ και φοράς all-star όπως τότε, δε σημαίνει ότι δεν έχεις όντως μεγαλώσει. Εξάλλου, ουκ ολίγοι συμμαθητές είναι ήδη παντρεμένοι με παιδιά, μη μιλήσω για κείνους που μας άφησαν για πάντα. Αδυσσώπητος ο χρόνος. Και δεν τον παίρνεις και πάντα χαμπάρι. Τεσπά, εγώ στο «ριγιούνιον» δεν πάω, πού να τρέχεις τώρα, άσε που αν δω τους μισούς συμμαθητές παντρεμένους και τους άλλους μισούς με κοιλίτσα και φαλάκρα μπορεί να χτυπήσω καμιά κατάθλιψη και δε λέει ανοιξιάτικα. Τελικά το post δε βγήκε και τόσο σύντομο, τουλάχιστον τήρησα την υπόσχεσή μου ότι θα είναι άνευ ουσίας και σκοπού, χεχε! 

ένα φευγαλέο post

Ονειρεύομαι τη Μεγάλη μου Έξοδο. Τη μέρα που θα τα παρατήσω όλα και θα βρεθώ στην άλλη άκρη του κόσμου με ένα σακίδιο στην πλάτη και το χαμόγελο της φυγής. Κάποιος μας πέταξε σε αυτή τη γη και μας άφησε να τρέχουμε σαν τα ποντίκια μέσα στα κλουβιά. Τρέχουμε και δε φτάνουμε πουθενά. Απλά γυρίζει ο τροχός. Έχεις σκεφτεί ποτέ γιατί τρέχεις? Που σε βγάζει όλο αυτό? Που σε βγάζει η ζωή σου? Αν τρέχει κάποιος δίπλα σου ή είσαι ολότελα μόνος? Οι πιο τυχεροί είναι οι τρελοί. Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη, από αυτή τη χώρα, από αυτή τη ζωή. Είναι αδιέξοδο, το ξέρεις?

« Παλιότερες καταχωρίσεις