Αρχείο γιαΝοεμβρίου, 2007

οδυνηδονή

  Το καλοκαίρι, στο camping στην Αμοργό, (βαθύς αναστεναγμός νοσταλγίας), το πρωί μετά την πρώτη μας διανυκτέρευση ξύπνησα νωρίς με τις πρώτες διαπεραστικές ακτίνες ήλιου ή με το πρώτο γκάρισμα, το πρώτο βέλασμα, το πρώτο τερέτισμα. Δε θυμάμαι ποιος ή τι ήταν το μοιραίο ξυπνητήρι. Οι άλλες οι αχαΐρευτες κοιμούνταν του καλού καιρού και αφού το πήρα απόφαση ότι ο ύπνος μου είχε βάλει το μαγιώ του ήδη και με είχε εγκαταλείψει για να κάνει την πρώτη του βουτιά στα Κατάπολα, ξεκίνησα καθισμένη στην ψάθα μπροστά στη σκηνή το βιβλίο που είχα πάρει μαζί μου. Ο Έσσε λοιπόν αν και μου έπεσε λιγάκι βαρύς αυγουστιάτικα, κάπου έλεγε κάτι ωραίο… ότι οδύνη κι ηδονή είναι συνυφασμένες. Για το πόσο οι συσπάσεις, οι εκφράσεις του προσώπου μοιάζουν και στις δύο ψυχοσωματικές καταστάσεις. Ακόμα και οι λέξεις μοιάζουν. Σαν ανορθόγραφος αναγραμματισμός.

Μα δεν είναι – πείτε κι εσείς, και οι δύο λέξεις παιδιά κι ισότιμες εκφάνσεις του έρωτα; Συνήθως όση ηδονή σου δίνει, άλλη τόση οδύνη σου φυλάει για αντίβαρο. Ένα νόμισμα, δύο όψεις. Ο έρωτας δεν είναι συνήθως χαρούμενο συναίσθημα, είναι μάλλον μελαγχολικό. Είναι σα ναρκωτικό, σε ανεβάζει τη μία σε ρίχνει απότομα την άλλη. Και το νόμισμα συνεχώς στριφογυρίζει στον αέρα, πότε πέφτει κορώνα, πότε γράμματα.

for the brave

 Ανάσες βαριές, βλέμματα γεφυρωμένα

Δάχτυλα που την ύλη γυρεύουν να διαπεράσουν,

να τη νικήσουν, τη ψυχή να βρουν

Στόματα διστακτικά και λέξεις φυγάδες

Σώματα γυμνά, από ρούχα και το βασανιστικό ενικό τους

Ψίθυρροι που αντιλαλλούν κι ανακλώνται

στο δέρμα που αναρριγεί,

στους πόρους του που ποτίζονται μ’ άρωμα ξένο.

Κείνη τη νύχτα ήθελα να σου φωνάξω

πως τα πάθη είναι για τους γενναίους

Κι από το χέρι να σε πιάσω να σου θυμίσω -να θυμηθώ κι εγώ

πως πηδάς απ’το γκρεμό

στο άγνωστο, το σκοτεινό

Στο άπιαστο.

Κι ήθελα τον πόθο μου πάνω σου να σβήσω

σα τσιγάρο σε απροστάτευτη σάρκα.

Γιατί είδα την αλήθεια σου στα μάτια να γεννιέται

και στο στόμα που έμενε μισάνοιχτο

με μια λέξη μισοειπωμένη, στην άκρη αγκυροβολημένη

Αυτή την αλήθεια που απόρθητα οχυρώνεις

την είδα εγώ να μου χαμογελά κλεφτά και να μου γνέφει

μέσα μου να ψάχνει να ξενιτευτεί.

Κι όπως αχόρταγα σε κοίταζα, ήθελα να σου φωνάξω

μη φοβάσαι, το πάθος είναι για μας. Μοιραία.

με το δεξί

Bloggo-μετακόμισα, και όπως συνηθίζεται σε κάθε μετακόμιση κάτι πετάς, κάτι κρατάς. Είναι καλή ευκαιρία για ξεσκαρτάρισμα. Κάποια “έπιπλα” έμειναν στο “παλιό σπίτι”, εκεί ανήκουν άλλωστε, κι άφησαν χώρο για καινούργια. Τώρα αν πρόκειται για μια νέα αρχή, ή απλά άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση… :-)

στιγμή

 Είναι εκείνη η αμήχανη στιγμή

που ο χρόνος μοιάζει να παγώνει

κι ο αέρας να γίνεται πυκνός…

Εκείνη η άπνοη σιωπή

δυνατή όσο χίλιες λέξεις,

εκείνη η φευγαλέα στιγμή

γεμάτη όσο μήνες, χρόνια…

Καθώς το βλέμμα αναζητά το άλλο να βρει

κι η μιλιά αγκομαχεί, η ανάσα πνίγεται

Τότε που λες πως όλα τώρα θα συμβούν

όλα θα συμβούν ή τίποτα.

Δυο βλέμματα, δυο στόματα

δυο ανάσες που ανταμώνουν

μετέωρες μένουν λίγο πριν στροβιλιστούν

Πριν τη ζάλη τους ενώσουν

πριν εκείνη η στιγμή τελείωσει

πριν για πάντα αιχμαλωτιστεί

στου χρόνου την αδυσσώπητη ροή.

λέξεις (part 2)

 Μα πόσα αινίγματα να λύσουν

πόσα τείχη να περάσουν

ποιο θαύμα πάλι να ζητήσουν?

Στον κόσμο αυτό που ξάφνου όλοι τις φοβούνται

Εν τη γενέσει τους πεθαίνουν

Φούσκες διάφανες, εύθραυστες

Γεμάτες αέρα και παρόν

Πάνω σου πέφτουν

Πάνω μου…

Αδειάζουν τις βαριές ανάσες τους

κομπιάζουν, ψιθυρίζουν

Λέξεις που γεννήθηκαν από χείλη ασθμαίνοντα

Στόματα σφαλιστά και μάτια πεινασμένα

Λέξεις που όλοι φοβήθηκαν

Να πουν, να ακούσουν

Λέξεις αέρινες, λέξεις χάρτινες.

Λέξεις χαμένες.

λέξεις (part 3)

 Με τις λέξεις μου εσύ ηδονίζεσαι

για τις δικές σου εγώ σε ερωτεύομαι

Για λίγο νομίζω πως αφήνεσαι

Κι έπειτα ξέρω πως τη χαρά μου τη δανείζομαι.

Οι λέξεις μας μόνο συναντιούνται

Κι εμείς κλεφτές στιγμές, ματιές, χαμόγελα κρυμμένα

Οι λέξεις παίζουν το κρυφτό τους

Παίζουν το αυτόνομο παιχνίδι τους

Πάνε κι έρχονται

Αυτάρεσκες κι αυτάρκεις

Τρομάζει το στόμα που τις γέννησε

Τα δάχτυλα που τις γράψαν

Οι λέξεις μας παίζουν και χάνονται

Σα ραδιοφωνικές συχνότητες

Σε κενό αέρα

Τις λέξεις μου εκμαιεύεις κι ύστερα κρύβεσαι

Τις λέξεις σου αποζητώ κι ύστερα σε φοβάμαι.

λέξεις (part 1)

Δεν είναι οι λέξεις μου πια απτές

αδέσποτες περιπλανιούνται στην ομίχλη μέσα μου,

δίχως μορφή και σχήμα

Σαστισμένες κι άναρθρες

τρεκκλίζουν κι ανισορροπούν.

Και ξέρουν πόσο τις φοβάμαι όταν για πολύ μένουν άυλες

γι’ αυτό ψάχνουν κάπου να κρυφτούν

τη μεταξύ τους συνάφεια μη βρω,την ουσία τους μην προδώσουν.

Οι λέξεις μου είναι ύπουλες κι απόψε αντιστέκονται

Θα μείνει θέλουν το αίνιγμα, μίτο δε θα δώσουν

Οι λέξεις οι νιογέννητες, στη μήτρα του μυαλού μου θα πεθάνουν.

Άμορφες κι αδέσποτες.