Ανάσες βαριές, βλέμματα γεφυρωμένα
Δάχτυλα που την ύλη γυρεύουν να διαπεράσουν,
να τη νικήσουν, τη ψυχή να βρουν
Στόματα διστακτικά και λέξεις φυγάδες
Σώματα γυμνά, από ρούχα και το βασανιστικό ενικό τους
Ψίθυρροι που αντιλαλλούν κι ανακλώνται
στο δέρμα που αναρριγεί,
στους πόρους του που ποτίζονται μ’ άρωμα ξένο.
Κείνη τη νύχτα ήθελα να σου φωνάξω
πως τα πάθη είναι για τους γενναίους
Κι από το χέρι να σε πιάσω να σου θυμίσω -να θυμηθώ κι εγώ
πως πηδάς απ’το γκρεμό
στο άγνωστο, το σκοτεινό
Στο άπιαστο.
Κι ήθελα τον πόθο μου πάνω σου να σβήσω
σα τσιγάρο σε απροστάτευτη σάρκα.
Γιατί είδα την αλήθεια σου στα μάτια να γεννιέται
και στο στόμα που έμενε μισάνοιχτο
με μια λέξη μισοειπωμένη, στην άκρη αγκυροβολημένη
Αυτή την αλήθεια που απόρθητα οχυρώνεις
την είδα εγώ να μου χαμογελά κλεφτά και να μου γνέφει
μέσα μου να ψάχνει να ξενιτευτεί.
Κι όπως αχόρταγα σε κοίταζα, ήθελα να σου φωνάξω
μη φοβάσαι, το πάθος είναι για μας. Μοιραία.