Χτες βράδυ βγήκαμε για ποτό. Κολωνάκι, καμία σχέση με τα «κλασικά» μου στέκια. Αλλά ως γνωστόν εγώ είμαι ανοιχτή σε νέες εμπειρίες – κακώς, πολύ κακώς ώρες ώρες – κι έτσι ακολούθησα την παρέα.
Να μας λοιπόν στο γνωστό και περιβόητο Rock’n'Roll. Εγώ ήμουν λίγο προκατειλημμένη με το συγκεκριμένο μαγαζί: την πρώτη φορά που αποπειράθηκα να μπω κει μέσα, είχα τόση επιτυχία όσο μια γυναίκα στο Άγιο Όρος. Οι κλασικοί σνομπ πορτιέρηδες που σε κοιτάνε και σε «ζυγίζουν» ποιος ξέρει γιατί, για το αν το παλτό, η τσάντα, το βρακί σου είναι Gucci, prada, κτλ ? Για το πόσα φράγκα θα ακουμπήσεις στο μαγαζί? Για το κατά πόσο ανήκεις στην ελιτίστικη κλίκα που συχνάζει εκεί μέσα? Αυτή τη φορά όμως ήμασταν οργανωμένοι. Είχαμε το παρασύνθημα. Όπου παρασύνθημα είναι ένα όνομα στο οποίο έχει γίνει «κράτηση».
Επεξήγηση «κράτησης»: ένα μπουκάλι, και λίγα τετραγωνικά εκατοστά στη μπάρα. Άντε, κι ένα σκαμπό να φτιάξεις ένα βουνό με τα παλτό. Χλιδή. Να ‘μαστε λοιπόν στο Άδυτο! Μουσική που δικαιολογεί το όνομα του μαγαζιού, οκ, ποτό ξεροσφύρι (ούτε ένα έρμο φυστικάκι), και ο κόσμος? Ταλαίπωρα γραβατωμένα executive-ακια που προφανώς ήρθαν κατευθείαν από τη δουλειά να «ξεδώσουν», με τα κοστουμάκια τους και τους χαρτοφύλακες και τα laptops αποκαμωμένα να ακουμπούν νωχελικά στο μπαρ. Κυρίως τέτοιοι τύποι. Τους άλλους δεν τους παρατήρησα, μου φάνηκαν (ακόμα πιο) αδιάφοροι. Σε λίγο μαζεύεται τόσο κόσμος που δεν πέφτει ούτε καρφίτσα. Για χορό, ούτε λόγος. Στο μπαρ οι μουράτοι μπάρμεν κάνουν τις μαγκιές τους πετώντας ένα μπαλάκι σε μια μίνι μπασκέτα. Θεέ μου δεν ξέρω αν μπορώ να αντέξω τόσες συγκινήσεις.
Η κατάσταση προφανώς δε σηκώνει δεύτερο ποτό. Κι εκεί λοιπόν που αποχωρούσαμε ημι-ξενερωμένοι, ξαφνικά η βραδιά αποκτά νόημα. Κάποιο σουρωμένο στελεχάκι σπρώχνει κάποιο άλλο, ξεκινάει καυγάς, γίνεται μεγάλο ντου, πέφτουν κάτι ψιλές, έως χοντρές, τρέχει και λίγο αίμα για το καλό. Επιτέλους βρε παιδιά! Όλοι κοντοστέκονται να χαζέψουν καθώς οι σνομπ πορτιέρηδες βουτάνε τους εμπλεκόμενους και τους πετάνε έξω. Τα λευκά κολλαριστά πουκαμισάκια είναι αιματοβαμμένα, και τα στόματα των στελεχακίων εκστομίζουν λόγια που θα ζήλευε κι ο πιο ψαγμένος λιμενεργάτης. Παρακολουθούμε εκστασιασμένοι τις σκηνές απείρου κάλλους, ενώ ένα αδέσποτο σκυλί, μας τρίβεται κι αποζητά τα χάδια μας.
Αποχωρώντας από την «αριστοκρατική» γειτονιά, επιστρέφω στα ταπεινά πλην ηρωικά Πατήσια. Λέω στη φίλη μου, για να έρθουμε στα ίσια μας, θα πάμε στο πιο cult μαγαζί της Αθήνας. Kibubu με το όνομα. Η διακόσμηση αλλάζει ανάλογα με την εποχή, και από το ταβάνι κρέμονται οπτικές ίνες που αναβοσβήνουν. Πολύ κιτς λέμε. Εκεί πας για να πιεις… ή μάλλον για να φας, γιατί με το ποτό σου σε φορτώνουν με 5-6 πιατάκια – μπωλάκια με καναπεδάκια, πατατάκια, φυστικάκια, λουκανικάκια, τυράκια. Κι όσο τρως τόσο ανανεώνονται. Κάποτε ένας γνωστός έβαλε στοίχημα ότι θα φάει 40 λουκανικάκια. Το κέρδισε. Τα παιδιά στην πόρτα σου χαμογελούν ευγενικά και χέστηκαν ακόμα κι αν το βρακί σου είναι μπαλωμένο, αν μάλιστα σε συμπαθήσουν οι μπάρμεν κερνάνε την παρέα κοκταίλ μέσα σε ολόκληρο ανανά, με πολύχρωμα καλαμάκια, ομπρελάκια, μαϊμουδάκια, φώσφορα. Α λα 80’s.
Και κάπως έτσι σουρεαλιστικά έκλεισε η βραδιά. Απορία: πόσοι δήθεν, ξενέρωτοι, αδιάφοροι, ψωνισμένοι, βλάχοι, cavemen με χαρτοφύλακες και laptops κυκλοφορούν σ’αυτή την πόλη?
Στο Κολωνάκι είναι ένας σκύλος ο Βαγγέλης, μπροστά στο everest ή στη Λουκιανού…