Αρχείο γιαΙανουαρίου, 2008

Rock’n'Roll vs Kibubu, σημειώσατε 2

 Χτες βράδυ βγήκαμε για ποτό. Κολωνάκι, καμία σχέση με τα «κλασικά» μου στέκια. Αλλά ως γνωστόν εγώ είμαι ανοιχτή σε νέες εμπειρίες – κακώς, πολύ κακώς ώρες ώρες – κι έτσι ακολούθησα την παρέα.

Να μας λοιπόν στο γνωστό και περιβόητο Rock’n'Roll. Εγώ ήμουν λίγο προκατειλημμένη με το συγκεκριμένο μαγαζί: την πρώτη φορά που αποπειράθηκα να μπω κει μέσα, είχα τόση επιτυχία όσο μια γυναίκα στο Άγιο Όρος. Οι κλασικοί σνομπ πορτιέρηδες που σε κοιτάνε και σε «ζυγίζουν» ποιος ξέρει γιατί, για το αν το παλτό, η τσάντα, το βρακί σου είναι Gucci, prada, κτλ ? Για το πόσα φράγκα θα ακουμπήσεις στο μαγαζί? Για το κατά πόσο ανήκεις στην ελιτίστικη κλίκα που συχνάζει εκεί μέσα? Αυτή τη φορά όμως ήμασταν οργανωμένοι. Είχαμε το παρασύνθημα. Όπου παρασύνθημα είναι ένα όνομα στο οποίο έχει γίνει «κράτηση».

Επεξήγηση «κράτησης»: ένα μπουκάλι, και λίγα τετραγωνικά εκατοστά στη μπάρα. Άντε, κι ένα σκαμπό να φτιάξεις ένα βουνό με τα παλτό. Χλιδή. Να ‘μαστε λοιπόν στο Άδυτο! Μουσική που δικαιολογεί το όνομα του μαγαζιού, οκ, ποτό ξεροσφύρι (ούτε ένα έρμο φυστικάκι), και ο κόσμος? Ταλαίπωρα γραβατωμένα executive-ακια που προφανώς ήρθαν κατευθείαν από τη δουλειά να «ξεδώσουν», με τα κοστουμάκια τους και τους χαρτοφύλακες και τα laptops αποκαμωμένα να ακουμπούν νωχελικά στο μπαρ. Κυρίως τέτοιοι τύποι. Τους άλλους δεν τους παρατήρησα, μου φάνηκαν (ακόμα πιο) αδιάφοροι. Σε λίγο μαζεύεται τόσο κόσμος που δεν πέφτει ούτε καρφίτσα. Για χορό, ούτε λόγος. Στο μπαρ οι μουράτοι μπάρμεν κάνουν τις μαγκιές τους πετώντας ένα μπαλάκι σε μια μίνι μπασκέτα. Θεέ μου δεν ξέρω αν μπορώ να αντέξω τόσες συγκινήσεις.  

Η κατάσταση προφανώς δε σηκώνει δεύτερο ποτό. Κι εκεί λοιπόν που αποχωρούσαμε ημι-ξενερωμένοι, ξαφνικά η βραδιά αποκτά νόημα. Κάποιο σουρωμένο στελεχάκι σπρώχνει κάποιο άλλο, ξεκινάει καυγάς, γίνεται μεγάλο ντου, πέφτουν κάτι ψιλές, έως χοντρές, τρέχει και λίγο αίμα για το καλό. Επιτέλους βρε παιδιά! Όλοι κοντοστέκονται να χαζέψουν καθώς οι σνομπ πορτιέρηδες βουτάνε τους εμπλεκόμενους και τους πετάνε έξω. Τα λευκά κολλαριστά πουκαμισάκια είναι αιματοβαμμένα, και τα στόματα των στελεχακίων εκστομίζουν λόγια που θα ζήλευε κι ο πιο ψαγμένος λιμενεργάτης. Παρακολουθούμε εκστασιασμένοι τις σκηνές απείρου κάλλους, ενώ ένα αδέσποτο σκυλί, μας τρίβεται κι αποζητά τα χάδια μας.

Αποχωρώντας από την «αριστοκρατική» γειτονιά, επιστρέφω στα ταπεινά πλην ηρωικά Πατήσια. Λέω στη φίλη μου, για να έρθουμε στα ίσια μας, θα πάμε στο πιο cult μαγαζί της Αθήνας. Kibubu με το όνομα. Η διακόσμηση αλλάζει ανάλογα με την εποχή, και από το ταβάνι κρέμονται οπτικές ίνες που αναβοσβήνουν. Πολύ κιτς λέμε. Εκεί πας για να πιεις… ή μάλλον για να φας, γιατί με το ποτό σου σε φορτώνουν με 5-6 πιατάκια – μπωλάκια με καναπεδάκια, πατατάκια, φυστικάκια, λουκανικάκια, τυράκια. Κι όσο τρως τόσο ανανεώνονται. Κάποτε ένας γνωστός έβαλε στοίχημα ότι θα φάει 40 λουκανικάκια. Το κέρδισε. Τα παιδιά στην πόρτα σου χαμογελούν ευγενικά και χέστηκαν ακόμα κι αν το βρακί σου είναι μπαλωμένο, αν μάλιστα σε συμπαθήσουν οι μπάρμεν κερνάνε την παρέα κοκταίλ μέσα σε ολόκληρο ανανά, με πολύχρωμα καλαμάκια, ομπρελάκια, μαϊμουδάκια, φώσφορα. Α λα 80’s.

Και κάπως έτσι σουρεαλιστικά έκλεισε η βραδιά. Απορία: πόσοι δήθεν, ξενέρωτοι, αδιάφοροι, ψωνισμένοι, βλάχοι, cavemen με χαρτοφύλακες και laptops κυκλοφορούν σ’αυτή την πόλη?

Στο Κολωνάκι είναι ένας σκύλος ο Βαγγέλης, μπροστά στο everest ή στη Λουκιανού…

βροχή

 Αγαπώ τον ήχο της βροχής. Είναι θαρρώ μια από τις μουσικές της φύσης. Με ηρεμεί, με ταξιδεύει, με μελαγχολεί. Φτιάχνω εικόνες πως η γη γυρίζει, τα σύννεφα κινούνται, συγκρούονται, γεννιέται η βροχή κι η γη την τραβάει κοντά της. Μερικές φορές νομίζω πως βρέχει μέσα μου. Ακούω τις στάλες να αντηχούν εσωτερικά, νιώθω τη ροή μέσα μου, στις φλέβες μου.

Είναι ωραία όταν βρέχει. Νιώθω πως είναι λύτρωση. Τα λιγοστά λουλούδια στις βεράντες ποτίζονται, οι δρόμοι γυαλίζουν στα νυχτερινά φώτα, ο ήχος των τροχών στην άσφαλτο αλλάζει, τα τζάμια αποκτούν ενέργεια κινητική. Εδώ δεν υπάρχει χώμα να μυρίζει, η υγρασία όμως αποκτά άλλες, αστικές μυρωδιές. Μόνο που όταν βρέχει θέλω να ακούω μελαγχολικά τραγούδια. Και τότε βρέχει πραγματικά μέσα μου. Άλλοτε είναι μια απαλή, ευγενική βροχή, άλλοτε μια καταιγίδα.

Απόψε που βρέχει, είναι παράξενο μα νιώθω πως φεύγω, από μένα όλο πιο μακριά.

Τέτοιες βραδιές το μουρμουρητό της βροχής γίνεται επιτακτικό και ζητάει ν’ακουστούν ιστορίες ανείπωτες και χιλιοειπωμένες κάτω από τα σκεπάσματα και ζεστές, υγρές ανάσες. Γιατί η γη γυρίζει και τροχιές στο χρόνο διαγράφει. Και τα σύννεφα συναντιούνται, σπάνε και γίνονται βροχή.

after x-mas post

 Ήθελα να γράψω ένα πολύ χαρούμενο post. Με πολλές εικόνες από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές μου στην «πατρίδα», με αστεία περιστατικά, με πολύ ξεχωριστές στιγμές. Μετά κατάλαβα ότι δε μπορώ να τα χωρέσω σε ένα κείμενο. Είναι πολλά, δε μπορώ να τα διαχειριστώ. Καμιά φορά η ζωή γίνεται τόσο έντονη και επιτακτική που σε κατακλύζει, σε αποσυντονίζει. Τώρα, δεν ξέρω αν το εκφράζω και τόσο καλά. Μιλάω για κείνες τις φορές είναι τόσο πυκνή η ροή των γεγονότων, ή τόσο φορτισμένη η σημασία τους που ακόμα κι αν είσαι στο επίκεντρό τους νιώθεις ανίκανος να τα αφομοιώσεις.

Κι έτσι δε μπορώ να γράψω ένα κείμενο με συνοχή, αρχή, μέση και τέλος. Ίσως φταίει και το hangover από τη χθεσινή οινοποσία. Κι έτσι όπως σβουρίζουν όλα ασυνάρτητα στο κεφάλι μου, μένει έντονη η υγρή μυρωδιά της πρωτοχρονιάτικης αυγής, οι δροσοσταλίδες πάνω στα γιασεμιά και τις μπουκαμβίλιες, το τρίξιμο των ξύλων στο τζάκι και τη φωτιά που έκαιγε μαζί και τις σκέψεις μου, μέχρι κάποιες από τις πιο συγκινητικές λέξεις που μου έχουν πει να ξαποστείλουν άδοξα τη μάσκαρα και το υπόλοιπο εορταστικό μακιγιάζ μου.  Επίσης θα θυμηθώ για να το ξεχάσω πάραυτα το πρώτο (κι ελπίζω τελευταίο) ζειμπέκικο της χορευτικής σταδιοδρομίας μου με μόνη ευτυχή περίσταση το ότι άπαντες οι μάρτυρες του τραγικού αυτού συμβάντος ήταν το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς, στουπί, κι έτσι έμελλε να καταγραφεί σε από χέρι – και ουίσκι – προ πολλού καμένα εγκεφαλικά κύτταρα.  Άλλα νέα από το Κάστρο? Α! Οι σοβάδες της Γκερνίκας δεν χάσκουν πια απειλητικοί, η κουπαστή εν μέρει αποκαταστάθηκε (ε, μην το παρακάνουμε) και οι τουαλέτες ντύθηκαν με πλακάκια και έζησαν την πρωτόγνωρη χαρά του χαρτιού και του σαπουνιού. Οι συμμαθητές και φίλοι παντρολογιούνται με ανησυχητικά μεγάλους ρυθμούς, κι ομοίως κάνουν και κάτι νεόπλουτα ξαδέρφια με γάμους-μπολιγουντιανές- υπερπαραγωγές όπου τα νεόνυμφα ζευγάρια αναδύονται καταμεσής της πίστας της γαμήλιας δεξίωσης μέσα σε cabrio μερσεντέδες (ναι καλά διάβασες!). Ως όφειλε, για να εκπληρώσει τον υστερικό γονεϊκό ρόλο της, η maman απελπίζεται γιατί δε βλέπει χαέρι από τις κόρες της και προτείνει στην πρεσβύτερη (εγώ είμαι αυτή, μην μπερδεύεσαι), ρεαλιστική επαγγελματική αποκατάσταση στην Ιερά Μητρόπολή Νεαπόλεως όπου: «θα-πάρεις-αυτοκινητο-και-θα-βρεις-ένα-καλό-παιδί………..» Το οποίο με βάση τα δεδομένα θα είναι ή θεούσος ή σωφρονιστικός υπάλληλος, γιατί αυτά παράγει εκεί το μέρος. Ο Μυλοπόταμος είναι από την άλλη μπάντα ;-) Κι επειδή τώρα που τα ξαναθυμήθηκα αυτά συγχύστηκα, ας επανέρθω στο άρωμα του ναργιλέ, του καμένου ξύλου, του φρεσκοκομμένου γιασεμιού από τα χέρια κείνου που μού ‘ταζε μπουγαρίνια και σας έταζα εγώ ιστορίες που δεν έγραψα ποτέ.

Εγώ προειδοποίησα για το χάος των συνειρμών μου, σωστά? Τώρα λοιπόν γύρισα, με την αίσθηση ότι μου είχε λείψει η αθηναϊκή μου ρουτίνα και ζωή. Κι όμως τώρα ήδη νιώθω να μου λείπουν κάποιοι άνθρωποι εκεί, που μεγαλώσαμε μαζί, και που ξέρω πως την αυθεντικότητα και την ποιότητά τους δεν θα τη βρω πουθενά αλλού και ποτέ ξανά. Και πολύ τους αγαπώ. Και τα δικά τους λόγια μετράνε όσο τίποτε. Κι ίσως με κρατάνε στο να μη χάσω ολότελα την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους.