Αρχείο γιαΜαρτίου, 2008

πολύχρωμα σχέδια σε μαύρο φόντο

 Το ήξερα ότι έπρεπε να τελειώσει. Ήμουν προετοιμασμένη, το ήθελα, το είχα πια ανάγκη. Είχα ήδη ξεπεράσει τα όρια μου. Τα συνήθη τουλάχιστον όριά μου, γιατί ο εαυτός μας συνεχώς μας εκπλήσσει. Ένιωθα και μέσα μου ότι έκλεινε το κεφάλαιο, απλά δεν ήξερα αν η αποφασιστικότητά μου θα κατέρρεε μόλις σε έβλεπα. Γι’ αυτό ήμουν νευρική, γι’ αυτό ήμουν απότομη, γι’ αυτό έλεγες πως ήμουν διαφορετική. Κρατιόμουν με άμυνες για να μην αφεθώ… για άλλη μια φορά.

Μέσα σε ένα μπαρ για μεθυσμένους αμερικανούς τουρίστες, με πολύχρωμα μπουκάλια και σκονισμένα βαρέλια, με μουσική άλλων δεκαετιών, σε άκουγα να μου λες για τα ουσιαστικά της ζωής σου, για τη χαρά σου, για τις αλλαγές σου. Χαιρόμουν που σε έβλεπα χαρούμενο. Και ήξερα πια πως εγώ δεν είχα θέση καμιά σε αυτό το δρόμο που ξεκινάς. Θα γυρίσεις στην αιώνια αγαπημένη σου, εκεί από όπου μάλλον δεν έφυγες ποτέ.

Κάτω από την αλαζονεία σου, κάτω από το ψώνιο σου, κάτω από την υπερβολή, κάτω από την αυτοπεποίθηση και τους παροξυσμούς σου, κάτι άλλο είδα εγώ θαρρώ, κάτι άλλο ερωτεύτηκα, ίσως αυτό τον χαζορομαντικό εαυτό σου που βουρκώνει κάθε φορά που βλέπει τη Καζαμπλάνκα, ή μου μίλαγε στις δύο τα ξημερώματα για τον Αριστοτέλη, ή με κοίταγε βαθιά στα μάτια και για λίγο αφηνόταν ή με φίλαγε με πάθος ή με κολάκευε με τα λόγια του που δεν θα μάθω ποτέ αν τα πίστευε.

Τα έντονα πάθη σφραγίζονται με δάκρυα, έτσι δεν είναι? Εξάλλου ξέρω πόσο σου αρέσουν οι κινηματογραφικοί αποχωρισμοί, δε θα σου άξιζε κάτι λιγότερο. Κι ας μη μοιάζω με τη Μπέργκμαν. Κι ας πήρα απλά ένα ταξί στη Φιλελλήνων… Ξέχασες τη Lifo στην τσάντα μου. Το εξώφυλλο εξακολουθεί να μου μοιάζει χαρούμενο και ανοιξιάτικο. Θα μου λείψεις, καλή τύχη.

ριγιούνιον!

 Κατόπιν απαιτήσεως του αναγνωστικού μου κοινού (!?) επανέρχομαι με ένα σύντομο post άνευ ουσίας και σκοπού. Ο τελευταίος μήνας ήταν ιδιαιτέρως δύσκολος, και αν δεν είχαν μεσολαβήσει και τα τσιπουράκια του Τυρνάβου, δεν ξέρω πως θα τον είχα βγάλει. Χαλάλι και οι δυόμισι ώρες στα 15 χλμ του κωλο-Μαλιακού. Θα μου πείτε, εσύ οδηγούσες? Όχι, αλλά συνοδηγούσα, και αν θέλετε να ξέρετε κατέβαλλα υπεράνθρωπες προσπάθειες να μη με πάρει ο ύπνος για να κρατήσω παρέα στον οδηγό. Τελοσπάντων, όλο αυτό το διάστημα δεν είχα χρόνο όχι για να γράψω εδώ μέσα, αλλά ούτε να διαβάσω άλλα βλόγκς οπότε μη μου κακιώνετε!

Σήμερα λοιπόν που ήρθα ευδιάθετη (!) στο γραφείο, διανύοντας την πέμπτη συνεχή μέρα με ακατέβατα δέκατα βρήκα ένα μήνυμα από έναν πρώην (συμμαθητή J) που με ρωτούσε αν θα πάω στο «ριγιούνιον» την επόμενη εβδομάδα! Χρειάστηκαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι ο κατά τα άλλα εξαιρετικά εύστροφος εγκέφαλός μου (δε θέλω σχόλια!) συνειδητοποιήσει ότι το εν λόγω «ριγιούνιον» είναι αυτό που είχε καθοριστεί δέκα χρόνια μετά από τη λήξη της σχολικής μας θητείας. 10 ΧΡΟΝΙΑ μετά… Νομίζω ότι κάποιος έχει πειράξει το συμπαντικό ρολόι, κάποιος πήδηξε τουλάχιστον μια πενταετία, γιατί δε μπορεί, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν, να πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια. Εννοείται ότι όταν κλείναμε το ραντεβού, τα δέκα χρόνια μας φαινόταν αιώνας, και νομίζαμε ότι ως τότε θα είμαστε κωλόγεροι – το λιγότερο. Θα μου πεις, σύνελθε κοριτσάκι, επειδή εσύ ακόμα περιφέρεσαι στη ζωή σου άσκοπα και μποέμικα, μέσα σε καπνούς και αλκοόλ (συνειρμικά μου ήρθε τώρα το «Φιλαράκι» που τραγουδάγαμε τότε με κιθάρες και ύφος μελαγχολικο – mon dieu!) και μένεις ακόμα στη φοιτητική σου γκαρσονιέρα, και κάνεις χαζοφλέρτ και φοράς all-star όπως τότε, δε σημαίνει ότι δεν έχεις όντως μεγαλώσει. Εξάλλου, ουκ ολίγοι συμμαθητές είναι ήδη παντρεμένοι με παιδιά, μη μιλήσω για κείνους που μας άφησαν για πάντα. Αδυσσώπητος ο χρόνος. Και δεν τον παίρνεις και πάντα χαμπάρι. Τεσπά, εγώ στο «ριγιούνιον» δεν πάω, πού να τρέχεις τώρα, άσε που αν δω τους μισούς συμμαθητές παντρεμένους και τους άλλους μισούς με κοιλίτσα και φαλάκρα μπορεί να χτυπήσω καμιά κατάθλιψη και δε λέει ανοιξιάτικα. Τελικά το post δε βγήκε και τόσο σύντομο, τουλάχιστον τήρησα την υπόσχεσή μου ότι θα είναι άνευ ουσίας και σκοπού, χεχε! 

ένα φευγαλέο post

Ονειρεύομαι τη Μεγάλη μου Έξοδο. Τη μέρα που θα τα παρατήσω όλα και θα βρεθώ στην άλλη άκρη του κόσμου με ένα σακίδιο στην πλάτη και το χαμόγελο της φυγής. Κάποιος μας πέταξε σε αυτή τη γη και μας άφησε να τρέχουμε σαν τα ποντίκια μέσα στα κλουβιά. Τρέχουμε και δε φτάνουμε πουθενά. Απλά γυρίζει ο τροχός. Έχεις σκεφτεί ποτέ γιατί τρέχεις? Που σε βγάζει όλο αυτό? Που σε βγάζει η ζωή σου? Αν τρέχει κάποιος δίπλα σου ή είσαι ολότελα μόνος? Οι πιο τυχεροί είναι οι τρελοί. Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη, από αυτή τη χώρα, από αυτή τη ζωή. Είναι αδιέξοδο, το ξέρεις?