Αρχείο γιαUncategorized

μια ματιά

Μια ματιά

δεν ήταν προμελετημένη.

Μια ματιά, 

πλανήθηκε, μετεωρήθηκε, κοντοστάθηκε. 

 

Μια ματιά τυχαία.

Τα φύλλα σταμάτησαν το θρόισμα τους

τα πουλιά έμειναν για λίγο άλαλα

μια ματιά, 

σαστισμένη, 

τυχαία, 

μαγνητική, 

αμφίβολη.

free

Ξεγελώ τις νύχτες

και τις μέρες

τους λέω πως είμαι εδώ

μα κάτι λείπει

κάτι από την ψυχή

κάτι από το κορμί

και περιπλανιέμαι ακέραιη

θαρρείς

ψάχνοντας τα κλάσματα μου

στις νύχτες, στις στιγμές

όταν θέλω να ξεχαστώ

στον ύπνο, στα όνειρα

στον αιθέριο μου βίο παράλληλο

εκεί που δεν ελέγχω την ψυχή μου,

δεν σκηνοθετώ τα όνειρά μου.

μεταμεσονύχτιες “καμμένες” θεωρίες

Μα καλά ακόμα στο Πάσχα έχω μείνει εδώ πέρα; Πήγα Πράγα, γύρισα, πήγα Πήλιο, γύρισα, έπηξα στη δουλειά, πήγα Κάρυστο, γύρισα, πήγα Μύκονο, γύρισα, πήζω στη δουλειά, πάω Σύρο το τριήμερο και υποθέτω γυρίζοντας θα ξαναπήξω στη δουλειά. Ναι. Ωραία.

Με αφορμή λοιπόν αυτό το “πήξιμο”, το θέμα που θα αναλύσουμε σήμερα είναι η νέα θεωρία μου για το πως καταφέρνει μια (μισθωτή) δουλειά να απορροφήσει όλο τον ελεύθερο χρόνο σου και την προσωπική ζωή σου, ή γιατί βγαίνεις άχρηστος/κακός υπάλληλος όταν πας να προβάλεις κάποιες λογικότατες αντιρρήσεις στις παρα-λογικότατες απαιτήσεις των ανώτερών σου ή έστω να βάλεις κάποια όρια στο πόσο μπορούν να σε… σοδομίζουν βρε αδερφέ. Τώρα δεν είμαι σίγουρη ότι η παραπάνω πρόταση βγάζει ακριβώς νόημα, αλλά είναι και αργά και το μυαλό όσο να πεις έχει αρχίσει να κουρκουταίνει με το πηγαινέλα άχρηστων πληροφοριών και την καταγραφή τους στα υπέροχα έντυπα στα οποία εργάζομαι.

Λοιπόν τι έλεγα; Α ναι. Η θεωρία μου για το πώς μπορεί να ξεφύγουν οι απαιτήσεις σε ένα εργασιακό περιβάλλον ώστε τα απολύτως παράλογα να είναι πια λόγικά και δεδομένα.

Ας πάρουμε ένα απλό και διόλου τυχαίο παράδειγμα. Επί δύο εβδομάδες δουλεύεις εξαντλητικές ώρες, non stop, βγάζοντας πολύ μεγάλο όγκο δουλειάς και όχι παίζοντας στο facebook. Έρχεται λοιπόν η Παρασκευή, η ώρα 12μιση το βράδυ (δουλεύεις ασταμάτητα από τις 10, το πρωί ντε) και θέλεις να φύγεις να πας σπίτι σου να κοιμηθείς ή να βρεις τους φίλους σου και να πνίξεις τον πόνο σου σε ένα και δύο και τρία και τέσσερα ποτά. Τι πιο λογικό θα μου πείτε, δεδομένου και μία και δύο και τρεις και τέσσερεις ώρες να κάτσεις ακόμα, η ρημαδο-δουλειά δεν θα τελειώσει. Ξαφνικά λοιπόν πιάνεις τον εαυτό σου να διαπραγματεύεται με τον/την προϊστάμενο και να απολογείσαι για το ότι φεύγεις “τόσο νωρίς”. Όπα, κάτι δεν πάει καλά εδω.

Θα σας πω τι δεν έχει πάει καλά. Άλλη συνάδελφος έχει ήδη κλείσει 48ωρο σερί  και ακόμα ακμαία (και με τα ίδια ρούχα από χτες) συνεχίζει λες και όταν ήταν μικρή έπεσε στη μαρμίτα με το red bull. Που να μιλήσεις τώρα κι εσύ με το ταπεινό σου δεκατετραμισάωρο?

Και μετά το παράδειγμα περνάμε στην θεωρία: Το πρόβλημα σε κάθε δουλειά εντοπίζεται στον/στην συνάδελφο που είναι διατετιμένος/η να θυσιάσει τα πάντα από τον προσωπικό του/της χρόνο και ζωή και να τα δώσει όλα προκειμένου να αποδείξει στο αφεντικό (ή στον εαυτό του/της) ότι είναι simply the best. Βγαίνει και σε μοντέλο που εξαρχής (από το εργοστάσιο σα να λέμε) δεν είχε προσωπική ζωή. Η έλειψη προσωπικής ζωής με τη σειρά της, συνεπάγεται παρατεταμένη έως οριστική αποχή από το σεξ, πράγμα που δημιουργεί αλυσσιδωτές ορμονικές διαταραχές που ως γνωστόν κάνουν τα νεύρα του/της τσατάλια. Η συνέχεια γνωστή. Τα νεύρα ξεσπάνε στους συναδέλφους, τα πάντα τον/την ενοχλούν, από τη μουσική μέχρι το ανοιχτό (ή το κλειστό ενίοτε, ανάλογα την ώρα και την πορεία του Ερμή) παράθυρο, κτλ κτλ κτλ. Το άτομο αυτό που λέτε, σιγά σιγά θέλει να περάσει το δικό του μοντέλο ζωής και στους γύρω του. Κατά την θεωρία μου αυτό είναι μια υποσυνείδητη πράξη εκδίκησης: “δε θα καλοπερνάτε εσείς με φίλους, γκόμενους και βολτούλες ενώ εγώ θα πήζω εδώ αφού δεν έχω που να πάω και ποιον να δω”. Το πιθανότερο είναι ότι το συγκεκριμένο άτομο στο σχολείο ήταν από αυτά τα παιδάκια που κυνηγούσαν το απουσιολόγιο και το τηρούσαν ευλαβικά, πετάγονταν από το καρεκλάκι τους με το δείχτη μονίμως αγκυλωμένο σε όρθια θέση ουρλιάζοντας “Κύριε-κύριε-κύριε!!!”, και στο διάλειμμα δεν έβγαιναν από την τάξη γιατί διάβαζαν το επόμενο μάθημα ώστε να κάνουν τους έξυπνους. You get the picture?

Έτσι που λέτε. Πάντα, σε κάθε γραφείο – εταιρεία – τμήμα, θα υπάρχει ένας ή παραπάνω σπασίκλες – κ*****νοι τύποι που χαλάνε την πιάτσα και αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή ναι μεν για σένα, παράδειγμα προς μίμηση ωστόσο για το αγαπημένο σου αφεντικό. Εννοείται πως ο τύπος (τύπισσα) αυτός /αυτή, θεωρεί αδιανόητη την απαίτηση που προβάλλεις εσύ να φύγεις πχ μια μέρα στο 8ωρό σου. Ή να μην πας το σ-κ να δουλέψεις. Ή να πεις μια μαλακία με το διπλανό σου.

Το κείμενο αυτό βασίζεται σε φανταστικά πρόσωπα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τελείως τυχαία. :-)

Πάσχα στο Τιμπουκτού!!!

Εδώ και πολλά χρόνια, κάθε χρόνο ζούσα το Πάσχα της Μαρμότας. Κοινώς, κάθε χρόνο παιζόταν το ίδιο επεισόδιο. Ο Ιησούς της Ναζαρέτ, ο Σπαρτακός, ο Λώρενς της Αραβίας, το Πάσχα στο Α/χώρι (ας μη γράψω το όνομα, έχει γίνει και διάσημο τώρα τελευταία, τρομάρα του). Κάθε χρόνο λοιπόν στο χωριό με τα σόγια και τα συμπεθεριά, τους κλασικούς οικογενειακούς τσακωμούς για το πότε θα πάμε, πότε θα γυρίσουμε, πόσες μέρες θα διανυκτερεύσουμε, αν η μαγειρίτσα θα έχει και κοιλίτσα, αν η λαμπάδα θα έχει μπιχλιμπίδια, το άγχος να φάμε όοοολο το κρέας, γιατί η γιαγιά από τον υπερβάλλοντα ζήλο της ξεκληρίσε ολόκληρο κοπάδι και εσχάτως το καινούργιο παραμυθάκι για το πότε θα παντρευτώ και θα κάνω παιδιά, και είιιιδες την ξαδέρφη σου τη Λ. που είναι και μικρότερη, και η Ρ. απέναντι που της χτίζουν και σπίτι - όπα ρε γιαγιά και που να τονε βάλω εγώ τον αγαπητικό στη γκαρσονιέρα? – άμα είσαστε αγαπημένοι θα βολευτείτε σιγά σιγά, εγώ με τον παππού σου…………… Τέλοσπάντων, αυτό είναι το κλίμα – πνεύμα των ημερών. Κάθε χρόνο Μ. Σάββατο ή συνήθως Κυριακή του Πάσχα έφευγαν τα εσεμές βροχή προς την κολλητή, κι επέστρεφαν πίσω με την ίδια ευχή: «Του χρόνου Πάσχα στο Τιμπουκτού». Μακριά από συγγενείς, υστερίες και καννιβαλιστικά έθιμα.

Φέτος από ότι φαίνεται η μαρμότα έπεσε σε χειμερία νάρκη. Κι η ευχή υλοποιείται. Όχι, δεν πάμε Τιμπουκτού. Ούτε και στη Χαβάη που έχει γίνει και της μόδας. Η κολλητή διασχίζει τον Ατλαντικό για να αντικρύσει τον Ειρηνικό (και τον έρωτα!) από το Σαν Φραν, κι υποφαινόμενη πετάει για Κεντρική Ευρώπη, και αύριο τέτοια ώρα θα πίνει μπύρα σε κάποιο τζαζ μπαράκι στην Πράγα με τους αγαπημένους της χλιμίντζουρες φίλους (άσχετο αλλά είναι πολύ βλακεία να μιλάς για τον εαυτό σου στο τρίτο πρόσωπο τελικά, αλλά τώρα βαριέμαι να ξανασυντάξω την πρόταση).

Με τη δουλειά και την κούραση όλων αυτών των ημερών δεν το είχα πολυ-συνειδητοποιήσει, αλλά σήμερα καθώς έφτιαχνα τη βαλίτσα και αποχαιρετούσα τη φιλενάδα σκέφτηκα ότι τα φετινά εσεμές θα ταξιδέψουν πολύ μακριά, κι όχι Κρήτη – Πύλο και τούμπαλιν.

Σε όσους διαβάζουν αυτό το κείμενο και δεν έχουν βαρεθεί να μπαίνουν στο μπλόγκ και να βλέπουν την πανάρχαια καταχώρηση (sorry Δημητρούλα, αλλά έχω λιώσει στη δουλειά κι ούτε χρόνος, ούτε όρεξη) εύχομαι καλό Πάσχα και κάντε καμιά ευχή, μπορεί να σας κάτσει κάποια στιγμή. Επίσης εύχομαι στην ξαδέρφη μου τη Λ. καλούς απογόνους, στη Ρ. καλορίζικο, και θα πιώ κι ένα αψέντι στην υγειά τους. Λυπάμαι μόνο που: α) δε θα φάω καλτσούνια ζεστά που μόλις έχουν βγει από το φούρνο ανήμερα τη Μ. Παρασκευή ενώ οι θείες ξινίζουν τα μούτρα τους με αποτροπιασμό για την αμαρτωλή συν γεροντοκόρη ανιψιά, και β) που θα χάσω την 500.000η επανάληψη του Λώρενς. Θα μου το γράψει κανείς στο βίντεο? :-Ρ

πολύχρωμα σχέδια σε μαύρο φόντο

 Το ήξερα ότι έπρεπε να τελειώσει. Ήμουν προετοιμασμένη, το ήθελα, το είχα πια ανάγκη. Είχα ήδη ξεπεράσει τα όρια μου. Τα συνήθη τουλάχιστον όριά μου, γιατί ο εαυτός μας συνεχώς μας εκπλήσσει. Ένιωθα και μέσα μου ότι έκλεινε το κεφάλαιο, απλά δεν ήξερα αν η αποφασιστικότητά μου θα κατέρρεε μόλις σε έβλεπα. Γι’ αυτό ήμουν νευρική, γι’ αυτό ήμουν απότομη, γι’ αυτό έλεγες πως ήμουν διαφορετική. Κρατιόμουν με άμυνες για να μην αφεθώ… για άλλη μια φορά.

Μέσα σε ένα μπαρ για μεθυσμένους αμερικανούς τουρίστες, με πολύχρωμα μπουκάλια και σκονισμένα βαρέλια, με μουσική άλλων δεκαετιών, σε άκουγα να μου λες για τα ουσιαστικά της ζωής σου, για τη χαρά σου, για τις αλλαγές σου. Χαιρόμουν που σε έβλεπα χαρούμενο. Και ήξερα πια πως εγώ δεν είχα θέση καμιά σε αυτό το δρόμο που ξεκινάς. Θα γυρίσεις στην αιώνια αγαπημένη σου, εκεί από όπου μάλλον δεν έφυγες ποτέ.

Κάτω από την αλαζονεία σου, κάτω από το ψώνιο σου, κάτω από την υπερβολή, κάτω από την αυτοπεποίθηση και τους παροξυσμούς σου, κάτι άλλο είδα εγώ θαρρώ, κάτι άλλο ερωτεύτηκα, ίσως αυτό τον χαζορομαντικό εαυτό σου που βουρκώνει κάθε φορά που βλέπει τη Καζαμπλάνκα, ή μου μίλαγε στις δύο τα ξημερώματα για τον Αριστοτέλη, ή με κοίταγε βαθιά στα μάτια και για λίγο αφηνόταν ή με φίλαγε με πάθος ή με κολάκευε με τα λόγια του που δεν θα μάθω ποτέ αν τα πίστευε.

Τα έντονα πάθη σφραγίζονται με δάκρυα, έτσι δεν είναι? Εξάλλου ξέρω πόσο σου αρέσουν οι κινηματογραφικοί αποχωρισμοί, δε θα σου άξιζε κάτι λιγότερο. Κι ας μη μοιάζω με τη Μπέργκμαν. Κι ας πήρα απλά ένα ταξί στη Φιλελλήνων… Ξέχασες τη Lifo στην τσάντα μου. Το εξώφυλλο εξακολουθεί να μου μοιάζει χαρούμενο και ανοιξιάτικο. Θα μου λείψεις, καλή τύχη.

ριγιούνιον!

 Κατόπιν απαιτήσεως του αναγνωστικού μου κοινού (!?) επανέρχομαι με ένα σύντομο post άνευ ουσίας και σκοπού. Ο τελευταίος μήνας ήταν ιδιαιτέρως δύσκολος, και αν δεν είχαν μεσολαβήσει και τα τσιπουράκια του Τυρνάβου, δεν ξέρω πως θα τον είχα βγάλει. Χαλάλι και οι δυόμισι ώρες στα 15 χλμ του κωλο-Μαλιακού. Θα μου πείτε, εσύ οδηγούσες? Όχι, αλλά συνοδηγούσα, και αν θέλετε να ξέρετε κατέβαλλα υπεράνθρωπες προσπάθειες να μη με πάρει ο ύπνος για να κρατήσω παρέα στον οδηγό. Τελοσπάντων, όλο αυτό το διάστημα δεν είχα χρόνο όχι για να γράψω εδώ μέσα, αλλά ούτε να διαβάσω άλλα βλόγκς οπότε μη μου κακιώνετε!

Σήμερα λοιπόν που ήρθα ευδιάθετη (!) στο γραφείο, διανύοντας την πέμπτη συνεχή μέρα με ακατέβατα δέκατα βρήκα ένα μήνυμα από έναν πρώην (συμμαθητή J) που με ρωτούσε αν θα πάω στο «ριγιούνιον» την επόμενη εβδομάδα! Χρειάστηκαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι ο κατά τα άλλα εξαιρετικά εύστροφος εγκέφαλός μου (δε θέλω σχόλια!) συνειδητοποιήσει ότι το εν λόγω «ριγιούνιον» είναι αυτό που είχε καθοριστεί δέκα χρόνια μετά από τη λήξη της σχολικής μας θητείας. 10 ΧΡΟΝΙΑ μετά… Νομίζω ότι κάποιος έχει πειράξει το συμπαντικό ρολόι, κάποιος πήδηξε τουλάχιστον μια πενταετία, γιατί δε μπορεί, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν, να πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια. Εννοείται ότι όταν κλείναμε το ραντεβού, τα δέκα χρόνια μας φαινόταν αιώνας, και νομίζαμε ότι ως τότε θα είμαστε κωλόγεροι – το λιγότερο. Θα μου πεις, σύνελθε κοριτσάκι, επειδή εσύ ακόμα περιφέρεσαι στη ζωή σου άσκοπα και μποέμικα, μέσα σε καπνούς και αλκοόλ (συνειρμικά μου ήρθε τώρα το «Φιλαράκι» που τραγουδάγαμε τότε με κιθάρες και ύφος μελαγχολικο – mon dieu!) και μένεις ακόμα στη φοιτητική σου γκαρσονιέρα, και κάνεις χαζοφλέρτ και φοράς all-star όπως τότε, δε σημαίνει ότι δεν έχεις όντως μεγαλώσει. Εξάλλου, ουκ ολίγοι συμμαθητές είναι ήδη παντρεμένοι με παιδιά, μη μιλήσω για κείνους που μας άφησαν για πάντα. Αδυσσώπητος ο χρόνος. Και δεν τον παίρνεις και πάντα χαμπάρι. Τεσπά, εγώ στο «ριγιούνιον» δεν πάω, πού να τρέχεις τώρα, άσε που αν δω τους μισούς συμμαθητές παντρεμένους και τους άλλους μισούς με κοιλίτσα και φαλάκρα μπορεί να χτυπήσω καμιά κατάθλιψη και δε λέει ανοιξιάτικα. Τελικά το post δε βγήκε και τόσο σύντομο, τουλάχιστον τήρησα την υπόσχεσή μου ότι θα είναι άνευ ουσίας και σκοπού, χεχε! 

ένα φευγαλέο post

Ονειρεύομαι τη Μεγάλη μου Έξοδο. Τη μέρα που θα τα παρατήσω όλα και θα βρεθώ στην άλλη άκρη του κόσμου με ένα σακίδιο στην πλάτη και το χαμόγελο της φυγής. Κάποιος μας πέταξε σε αυτή τη γη και μας άφησε να τρέχουμε σαν τα ποντίκια μέσα στα κλουβιά. Τρέχουμε και δε φτάνουμε πουθενά. Απλά γυρίζει ο τροχός. Έχεις σκεφτεί ποτέ γιατί τρέχεις? Που σε βγάζει όλο αυτό? Που σε βγάζει η ζωή σου? Αν τρέχει κάποιος δίπλα σου ή είσαι ολότελα μόνος? Οι πιο τυχεροί είναι οι τρελοί. Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη, από αυτή τη χώρα, από αυτή τη ζωή. Είναι αδιέξοδο, το ξέρεις?

χιονίζει κι είναι αργά

..κι εγώ δε θέλω να κοιμηθώ γιατί δε θέλω να ξυπνήσω μόνη,

μόνη μες το χιόνι – χαχα

έκανε κι ομοιοκαταληξία βρε,

 ναι αρνούμαι να κοιμηθώ.

Έβαλα πολλά αγαπημένα τραγούδια

να παίζουν στη διαπασσών

νομίζω σε λίγο δε θα’μαι μόνη

θα’ρθουν οι γείτονες :-)

Ναι, το ξέρω, απόψε υπήρξα άπληστη

Ζήτησα κι άλλο, λες και δεν ήξερα

πως δε μου αναλογούσε.

Εντάξει, είπα να προσπαθήσω.. κακό είναι αυτό?

Έπαιξα κι έχασα. Αν όμως κέρδιζα?

Αν κέρδιζα, δε θα’γραφα εδώ. χοχο.

I feel it in my fingers, I feel it in my toes

 και δε μιλάω για το κρύο.

 Αύριο θα’ναι όλα άσπρα,

κι εγώ εδώ αποκλεισμένη,

μονάκριβη αυτοκράτειρα του βασιλείου των 30 τ.μ.

θα παίζω χιονοπόλεμο με τη γιαγιά απέναντι

- ελπίζω ακόμα να ζεί, έχω καιρό να τη δώ -

και μετά θα φτιάχνω ιστορίες στο μυαλό

για κείνα που θά’θελα να ζω

και μάλλον δε θά’ρθουν.

Όταν η πραγματικότητα δε σου κάνει

φτιάχνεις τη δική σου

και δε βαριέσαι (για να μην πω το άλλο το κακό!)

κάπως μέσα της ξεχνιέσαι.

Έτσι κι αλλιώς συνήθως η πραγματικότητά μας δεν αντέχεται

το ανθρώπινο μυαλό αρνείται να τη συλλάβει

Το’χω ξαναπεί άλλωστε,

ποιος ορίζει τι είναι αληθινό και τι όχι.

Μάλλον αληθινό είναι εκείνο που μας πονά.

Τη φαντασία εύκολα τη διαγράφεις.

Κι ύστερα τη ξαναγράφεις

τη ξαναγράφεις

ξαναγράφεις

 Η άλλη λύση είναι ο ύπνος και τα δικά του όνειρα

τώρα τον αρνούμαι

γιατί κι αυτός κάποτε τελειώνει.

Και μετά?

μετά?

πόσο μου αναλογεί?

 Τι μερίδιο έχει άραγε καθένας μας στη χαρά, ποιος το ορίζει? Πόσο δικαίωμα συνολικά να αιωρηθεί πάνω από τα γήινα κι ανούσια και καθημερινά κι άψυχα, μέσα σε κείνη τη ζωογόνο δίνη, τη σαρωτική, τη σκοτεινή και σαρκοβόρα, την ανατριχίλα της ψυχής? Πόσο σου επιτρέπουν οι αόρατες δυνάμεις να κρατηθείς εκεί ψηλά, πόσες ανάσες έχεις, πόσο μπορείς να κρατήσεις τα μάτια κλειστά κι από όλα μακριά να φτερουγίσεις, να αφήσεις τη γήινη υπόσταση, τον πόνο σου? Πόσο δικαιούσαι να βουτήξεις μέσα στο απύθμενο βάθος μιας αγκαλιάς και πόσο εκεί μέσα να χαθείς? Πως ο χρόνος έχει μοιράσει τη διαδρομή σου στο μονοπάτι εκείνων των στιγμών της απογείωσης?

 I want more.

κοκομπλοκ

 Είναι μερικές φορές που το μυαλό μας έτσι ξαφνικά κι απροειδοποίητα παίρνει ανάποδες στροφές. Συνήθως παίρνει πολλές μαζεμένες ανάποδες στροφές. Όχι μία μία χωριστά. Κι όχι ότι έχει μεσολαβήσει κάτι απαραίτητα, όχι ότι υπάρχει πάντα κάποια αιτία ή αφορμή. Τα δεδομένα μπορεί να παραμένουν ίδια με χτες ή προχτες, όμως αυτό το καταραμμένο το μυαλό ξαφνικά αρχίζει και κινείται ανάδρομα σαν τον Ερμή καλή ώρα.

Και τι γίνεται τότε?

Κοκο-μπλοκ. Δε μπορούσα να βρω πιο δόκιμο όρο. Κοινώς, μπλοκάρονται όλες οι λογικές διεργασίες και μπαίνουν σε λειτουργία όλοι οι δυνατοί αφοριστικοί, μηδενιστικοί, αυτοκαταστροφικοί μηχανισμοί και εν τέλει οδηγείσαι σε μια κατάσταση πλήρους σύγχυσης και πανικού. Και μέσα σε όλα αυτά σε πιανουν και κάτι μεταφυσικές ανησυχίες, τύπου τι νόημα έχει η ζωή μου, πόσο την ορίζω εγώ ο ίδιος, που πάω, τι έχω καταφέρει ως τώρα, πόσα πράγματα μου λείπουν, μπλαμπλαμπλα. Μεγάλη παγίδα κι άντε να βγεις. Η αλήθεια είναι ότι αυτά που θα έρθουν να σου πούνε οι φίλοι – τα οποία είναι ίδια με αυτά που θα τους πεις κι εσύ όταν επανέλθεις στην φυσιολογική σου κατάσταση ή απλά την κατάσταση ασυνειδησίας του χάους της ζωής σου, πες την και φάση τριαλαρό, τη δεδομένη στιγμή δεν πολυβοηθάνε. Κατά βάθος τα ξέρεις, είπαμε κι εσύ αυτά θα έλεγες σε κάποιον τρίτο σε αντίστοιχη φάση, αλλά τώρα δεν ακούγονται καθόλου ανακουφιστικά. Χρειάζεσαι απλά λίγη φροντίδα και προδέρμ από το/τα κατάλληλα άτομα. Αυτό που στην καθομιλουμένη λέμε πατ-πατ. Οι αμπελοφιλοσοφίες πάνε στράφι. Κι εξάλλου οι προβληματισμοί δεν είναι απαραίτητα άστοχοι, απλά ίσως λίγο υπερβολικοί. Πάντως το μυαλό του καθενός έχει αυτόβουλη προσωπικότητα και ξαναγυρνάει από μόνο του σε ορθόδρομη τροχιά. Σαν τον Ερμή καλή ώρα.

« Προηγούμενες καταχωρίσεις