χιονίζει κι είναι αργά

..κι εγώ δε θέλω να κοιμηθώ γιατί δε θέλω να ξυπνήσω μόνη,

μόνη μες το χιόνι – χαχα

έκανε κι ομοιοκαταληξία βρε,

 ναι αρνούμαι να κοιμηθώ.

Έβαλα πολλά αγαπημένα τραγούδια

να παίζουν στη διαπασσών

νομίζω σε λίγο δε θα’μαι μόνη

θα’ρθουν οι γείτονες :-)

Ναι, το ξέρω, απόψε υπήρξα άπληστη

Ζήτησα κι άλλο, λες και δεν ήξερα

πως δε μου αναλογούσε.

Εντάξει, είπα να προσπαθήσω.. κακό είναι αυτό?

Έπαιξα κι έχασα. Αν όμως κέρδιζα?

Αν κέρδιζα, δε θα’γραφα εδώ. χοχο.

I feel it in my fingers, I feel it in my toes

 και δε μιλάω για το κρύο.

 Αύριο θα’ναι όλα άσπρα,

κι εγώ εδώ αποκλεισμένη,

μονάκριβη αυτοκράτειρα του βασιλείου των 30 τ.μ.

θα παίζω χιονοπόλεμο με τη γιαγιά απέναντι

- ελπίζω ακόμα να ζεί, έχω καιρό να τη δώ -

και μετά θα φτιάχνω ιστορίες στο μυαλό

για κείνα που θά’θελα να ζω

και μάλλον δε θά’ρθουν.

Όταν η πραγματικότητα δε σου κάνει

φτιάχνεις τη δική σου

και δε βαριέσαι (για να μην πω το άλλο το κακό!)

κάπως μέσα της ξεχνιέσαι.

Έτσι κι αλλιώς συνήθως η πραγματικότητά μας δεν αντέχεται

το ανθρώπινο μυαλό αρνείται να τη συλλάβει

Το’χω ξαναπεί άλλωστε,

ποιος ορίζει τι είναι αληθινό και τι όχι.

Μάλλον αληθινό είναι εκείνο που μας πονά.

Τη φαντασία εύκολα τη διαγράφεις.

Κι ύστερα τη ξαναγράφεις

τη ξαναγράφεις

ξαναγράφεις

 Η άλλη λύση είναι ο ύπνος και τα δικά του όνειρα

τώρα τον αρνούμαι

γιατί κι αυτός κάποτε τελειώνει.

Και μετά?

μετά?

πόσο μου αναλογεί?

 Τι μερίδιο έχει άραγε καθένας μας στη χαρά, ποιος το ορίζει? Πόσο δικαίωμα συνολικά να αιωρηθεί πάνω από τα γήινα κι ανούσια και καθημερινά κι άψυχα, μέσα σε κείνη τη ζωογόνο δίνη, τη σαρωτική, τη σκοτεινή και σαρκοβόρα, την ανατριχίλα της ψυχής? Πόσο σου επιτρέπουν οι αόρατες δυνάμεις να κρατηθείς εκεί ψηλά, πόσες ανάσες έχεις, πόσο μπορείς να κρατήσεις τα μάτια κλειστά κι από όλα μακριά να φτερουγίσεις, να αφήσεις τη γήινη υπόσταση, τον πόνο σου? Πόσο δικαιούσαι να βουτήξεις μέσα στο απύθμενο βάθος μιας αγκαλιάς και πόσο εκεί μέσα να χαθείς? Πως ο χρόνος έχει μοιράσει τη διαδρομή σου στο μονοπάτι εκείνων των στιγμών της απογείωσης?

 I want more.

κοκομπλοκ

 Είναι μερικές φορές που το μυαλό μας έτσι ξαφνικά κι απροειδοποίητα παίρνει ανάποδες στροφές. Συνήθως παίρνει πολλές μαζεμένες ανάποδες στροφές. Όχι μία μία χωριστά. Κι όχι ότι έχει μεσολαβήσει κάτι απαραίτητα, όχι ότι υπάρχει πάντα κάποια αιτία ή αφορμή. Τα δεδομένα μπορεί να παραμένουν ίδια με χτες ή προχτες, όμως αυτό το καταραμμένο το μυαλό ξαφνικά αρχίζει και κινείται ανάδρομα σαν τον Ερμή καλή ώρα.

Και τι γίνεται τότε?

Κοκο-μπλοκ. Δε μπορούσα να βρω πιο δόκιμο όρο. Κοινώς, μπλοκάρονται όλες οι λογικές διεργασίες και μπαίνουν σε λειτουργία όλοι οι δυνατοί αφοριστικοί, μηδενιστικοί, αυτοκαταστροφικοί μηχανισμοί και εν τέλει οδηγείσαι σε μια κατάσταση πλήρους σύγχυσης και πανικού. Και μέσα σε όλα αυτά σε πιανουν και κάτι μεταφυσικές ανησυχίες, τύπου τι νόημα έχει η ζωή μου, πόσο την ορίζω εγώ ο ίδιος, που πάω, τι έχω καταφέρει ως τώρα, πόσα πράγματα μου λείπουν, μπλαμπλαμπλα. Μεγάλη παγίδα κι άντε να βγεις. Η αλήθεια είναι ότι αυτά που θα έρθουν να σου πούνε οι φίλοι – τα οποία είναι ίδια με αυτά που θα τους πεις κι εσύ όταν επανέλθεις στην φυσιολογική σου κατάσταση ή απλά την κατάσταση ασυνειδησίας του χάους της ζωής σου, πες την και φάση τριαλαρό, τη δεδομένη στιγμή δεν πολυβοηθάνε. Κατά βάθος τα ξέρεις, είπαμε κι εσύ αυτά θα έλεγες σε κάποιον τρίτο σε αντίστοιχη φάση, αλλά τώρα δεν ακούγονται καθόλου ανακουφιστικά. Χρειάζεσαι απλά λίγη φροντίδα και προδέρμ από το/τα κατάλληλα άτομα. Αυτό που στην καθομιλουμένη λέμε πατ-πατ. Οι αμπελοφιλοσοφίες πάνε στράφι. Κι εξάλλου οι προβληματισμοί δεν είναι απαραίτητα άστοχοι, απλά ίσως λίγο υπερβολικοί. Πάντως το μυαλό του καθενός έχει αυτόβουλη προσωπικότητα και ξαναγυρνάει από μόνο του σε ορθόδρομη τροχιά. Σαν τον Ερμή καλή ώρα.

(και η συνέχεια)

..κι επειδή το θέμα ήταν πολύ πιασάρικο, χοχο, κι επίσης εγώ βαριέμαι να κάνω τις μεταφράσεις που έχω να κάνω, χιχι, θα μοιραστώ μαζί σας την τελευταία υπέροχη εικόνα που μου χάρισε το προσφιλές facebook. Ενώ έσβηνα όλα εκείνα τα άχρηστα mails με “νέα” που σου στέλνει το συγκεκριμένο site, παρατηρώ το εξής καταπληκτικό: “Ο Γ. Σ μόλις έκανε ένα νέο quiz ” Things that turn me on” . Πρόκειται για εκείνο το πρώην αφεντικό που με απέλυσε (βλέπε από κάτω post) ο κοινώς επονομαζόμενος και “Σπιρτούλης”. Ένας κοντόχοντρος γλοιώδης τύπος, με βρώμικα λιωμένα παπούτσια, τριμμένο γιακά στο πουκάμισο, και γραβάτα της οποίας ο κόμπος ήταν πιο σκούρος κατά πέντε αποχρώσεις (και δεν πρόκειται για κάποιο νέο fashion statement). Ο οποίος για να το παίξει μούρη, αγόρασε από τον πρόεδρο της εταιρείας τη μεταχειρισμένη του πόρσε και καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι…. και φρόντιζε να ενημερώνει όλους ότι αυτός μένει στο Κολωνάκι-μη-χ**- και όταν όλοι πάνε για καφέ στη “γειτονιά” του αυτός κατεβαίνει με τις παντόφλες να αγοράσει εφημερίδα και  κοιτάει αφ’υψηλού τους ξενομπάτηδες. Τώρα λοιπόν ο Σπιρτούλης τροφοδοτεί το facebook και μαζί όλους εμείς που δεν επιλέξαμε από ανωτερότητα – κι αδιαφορία – και μαλακία εδώ που τα λέμε, το μαγικό κουμπί “ignore” που λέει και το CG με το ποια πράγματα τον … “ανάβουν” κι εμένα μου έρχεται μια αηδία, μια αναγούλα, ένα κατιτίς, γιατί θυμάμαι τη βρώμικη γραβάτα και τους λεκέδες στο πατελόνι και τη χοντρή χερούκλα του που κάθε φορά που μ’ έπιανε από τους ώμους να μου ζητήσει κάτι εγώ ανατρίχιαζα από αηδία. Γι’αυτές και μόνο τις ανεκτίμητες συγκινήσεις λοιπόν αξίζει (!) να παραμείνεις σε αυτό το site κοινωνικών συναστροφών, χαχα, χοχο και χιχι.

f***g facebook

 Σήμερα θέλω να σας μιλήσω για το πόσο κακό, σατανικό, ύπουλο πράγμα είναι αυτό το facebook. Θα το έχετε βέβαια διαπιστώσει οι περισσότεροι, γιατί ο καθένας θα έχει βρει μέσα πρώην με αγκαλιά τις/τους νυν τους σε τρυφερά ενσταντανέ που σας έχουν κάνει να βγάλετε καπνούς από τα αυτιά, τη μύτη, και κάθε πόρο του δέρματος από τη ζήλια ή απλά σας έχουν «κόψει» τα γόνατα, θα σας έχουν στείλει friend request άτομα που έχουν να εμφανιστούν δεκαετία και βάλε, ή πρώην αφεντικά/ συνάδελφοι που ήσασταν στα μαχαίρια και τώρα θέλουν να γίνετε friends και να κάνετε ο ένας στον άλλον poke. Εμένα λοιπόν τόσος «πολιτισμός» αρχίζει να με τσατίζει. Όχι κύριε πρώην αφεντικέ μου, δε θέλω να γίνουμε friends γιατί αν θυμόσαστε με απολύσατε προ τριετίας γιατί η εταιρεία σας έκανε περικοπές (και κυρίως επειδή δεν ήμουν αρκετά χαζογκόμενα ώστε να σας κάνω τα γλυκά μάτια). Όχι κύριε πρώην αγαπημένε μου, δε θέλω να γίνουμε friends και να βλέπω τα νέα σας κάθε τρεις και λίγο μετά από τόση προσπάθεια που έκανα να κόψουμε κάθε επαφή και να πάψω να ασχολούμαι μαζί σας. Όχι κύριε πρώην πάλαι ποτέ φίλε/φίλη μου αν θέλετε να μάθετε νέα μου, βάλτε το κουλό σας να πάρετε ένα τηλέφωνο, να χρεωθείτε κιόλας. Και τέλος, όοοχι κύριε νυν part-time lover, δε μπορείτε να εξαφανίζεστε έτσι από προσώπου γης σα να μην τρέχει τίποτε και ξαφνικά θέλετε να γίνουμε friends κι εγώ να βλέπω την profile photo σας και η τσατίλα που με έχετε γραμμένη κανονικά να μετατρέπεται σε παράπονο: “κοίτα -τον -τι -γλυκούλης -που -είναι -και -πως -κοιτάει -το -φακό -όπως -κάποτε -κοίταζε -κι -εμένα”. Αστοδιάλο.

Rock’n'Roll vs Kibubu, σημειώσατε 2

 Χτες βράδυ βγήκαμε για ποτό. Κολωνάκι, καμία σχέση με τα «κλασικά» μου στέκια. Αλλά ως γνωστόν εγώ είμαι ανοιχτή σε νέες εμπειρίες – κακώς, πολύ κακώς ώρες ώρες – κι έτσι ακολούθησα την παρέα.

Να μας λοιπόν στο γνωστό και περιβόητο Rock’n'Roll. Εγώ ήμουν λίγο προκατειλημμένη με το συγκεκριμένο μαγαζί: την πρώτη φορά που αποπειράθηκα να μπω κει μέσα, είχα τόση επιτυχία όσο μια γυναίκα στο Άγιο Όρος. Οι κλασικοί σνομπ πορτιέρηδες που σε κοιτάνε και σε «ζυγίζουν» ποιος ξέρει γιατί, για το αν το παλτό, η τσάντα, το βρακί σου είναι Gucci, prada, κτλ ? Για το πόσα φράγκα θα ακουμπήσεις στο μαγαζί? Για το κατά πόσο ανήκεις στην ελιτίστικη κλίκα που συχνάζει εκεί μέσα? Αυτή τη φορά όμως ήμασταν οργανωμένοι. Είχαμε το παρασύνθημα. Όπου παρασύνθημα είναι ένα όνομα στο οποίο έχει γίνει «κράτηση».

Επεξήγηση «κράτησης»: ένα μπουκάλι, και λίγα τετραγωνικά εκατοστά στη μπάρα. Άντε, κι ένα σκαμπό να φτιάξεις ένα βουνό με τα παλτό. Χλιδή. Να ‘μαστε λοιπόν στο Άδυτο! Μουσική που δικαιολογεί το όνομα του μαγαζιού, οκ, ποτό ξεροσφύρι (ούτε ένα έρμο φυστικάκι), και ο κόσμος? Ταλαίπωρα γραβατωμένα executive-ακια που προφανώς ήρθαν κατευθείαν από τη δουλειά να «ξεδώσουν», με τα κοστουμάκια τους και τους χαρτοφύλακες και τα laptops αποκαμωμένα να ακουμπούν νωχελικά στο μπαρ. Κυρίως τέτοιοι τύποι. Τους άλλους δεν τους παρατήρησα, μου φάνηκαν (ακόμα πιο) αδιάφοροι. Σε λίγο μαζεύεται τόσο κόσμος που δεν πέφτει ούτε καρφίτσα. Για χορό, ούτε λόγος. Στο μπαρ οι μουράτοι μπάρμεν κάνουν τις μαγκιές τους πετώντας ένα μπαλάκι σε μια μίνι μπασκέτα. Θεέ μου δεν ξέρω αν μπορώ να αντέξω τόσες συγκινήσεις.  

Η κατάσταση προφανώς δε σηκώνει δεύτερο ποτό. Κι εκεί λοιπόν που αποχωρούσαμε ημι-ξενερωμένοι, ξαφνικά η βραδιά αποκτά νόημα. Κάποιο σουρωμένο στελεχάκι σπρώχνει κάποιο άλλο, ξεκινάει καυγάς, γίνεται μεγάλο ντου, πέφτουν κάτι ψιλές, έως χοντρές, τρέχει και λίγο αίμα για το καλό. Επιτέλους βρε παιδιά! Όλοι κοντοστέκονται να χαζέψουν καθώς οι σνομπ πορτιέρηδες βουτάνε τους εμπλεκόμενους και τους πετάνε έξω. Τα λευκά κολλαριστά πουκαμισάκια είναι αιματοβαμμένα, και τα στόματα των στελεχακίων εκστομίζουν λόγια που θα ζήλευε κι ο πιο ψαγμένος λιμενεργάτης. Παρακολουθούμε εκστασιασμένοι τις σκηνές απείρου κάλλους, ενώ ένα αδέσποτο σκυλί, μας τρίβεται κι αποζητά τα χάδια μας.

Αποχωρώντας από την «αριστοκρατική» γειτονιά, επιστρέφω στα ταπεινά πλην ηρωικά Πατήσια. Λέω στη φίλη μου, για να έρθουμε στα ίσια μας, θα πάμε στο πιο cult μαγαζί της Αθήνας. Kibubu με το όνομα. Η διακόσμηση αλλάζει ανάλογα με την εποχή, και από το ταβάνι κρέμονται οπτικές ίνες που αναβοσβήνουν. Πολύ κιτς λέμε. Εκεί πας για να πιεις… ή μάλλον για να φας, γιατί με το ποτό σου σε φορτώνουν με 5-6 πιατάκια – μπωλάκια με καναπεδάκια, πατατάκια, φυστικάκια, λουκανικάκια, τυράκια. Κι όσο τρως τόσο ανανεώνονται. Κάποτε ένας γνωστός έβαλε στοίχημα ότι θα φάει 40 λουκανικάκια. Το κέρδισε. Τα παιδιά στην πόρτα σου χαμογελούν ευγενικά και χέστηκαν ακόμα κι αν το βρακί σου είναι μπαλωμένο, αν μάλιστα σε συμπαθήσουν οι μπάρμεν κερνάνε την παρέα κοκταίλ μέσα σε ολόκληρο ανανά, με πολύχρωμα καλαμάκια, ομπρελάκια, μαϊμουδάκια, φώσφορα. Α λα 80’s.

Και κάπως έτσι σουρεαλιστικά έκλεισε η βραδιά. Απορία: πόσοι δήθεν, ξενέρωτοι, αδιάφοροι, ψωνισμένοι, βλάχοι, cavemen με χαρτοφύλακες και laptops κυκλοφορούν σ’αυτή την πόλη?

Στο Κολωνάκι είναι ένας σκύλος ο Βαγγέλης, μπροστά στο everest ή στη Λουκιανού…

βροχή

 Αγαπώ τον ήχο της βροχής. Είναι θαρρώ μια από τις μουσικές της φύσης. Με ηρεμεί, με ταξιδεύει, με μελαγχολεί. Φτιάχνω εικόνες πως η γη γυρίζει, τα σύννεφα κινούνται, συγκρούονται, γεννιέται η βροχή κι η γη την τραβάει κοντά της. Μερικές φορές νομίζω πως βρέχει μέσα μου. Ακούω τις στάλες να αντηχούν εσωτερικά, νιώθω τη ροή μέσα μου, στις φλέβες μου.

Είναι ωραία όταν βρέχει. Νιώθω πως είναι λύτρωση. Τα λιγοστά λουλούδια στις βεράντες ποτίζονται, οι δρόμοι γυαλίζουν στα νυχτερινά φώτα, ο ήχος των τροχών στην άσφαλτο αλλάζει, τα τζάμια αποκτούν ενέργεια κινητική. Εδώ δεν υπάρχει χώμα να μυρίζει, η υγρασία όμως αποκτά άλλες, αστικές μυρωδιές. Μόνο που όταν βρέχει θέλω να ακούω μελαγχολικά τραγούδια. Και τότε βρέχει πραγματικά μέσα μου. Άλλοτε είναι μια απαλή, ευγενική βροχή, άλλοτε μια καταιγίδα.

Απόψε που βρέχει, είναι παράξενο μα νιώθω πως φεύγω, από μένα όλο πιο μακριά.

Τέτοιες βραδιές το μουρμουρητό της βροχής γίνεται επιτακτικό και ζητάει ν’ακουστούν ιστορίες ανείπωτες και χιλιοειπωμένες κάτω από τα σκεπάσματα και ζεστές, υγρές ανάσες. Γιατί η γη γυρίζει και τροχιές στο χρόνο διαγράφει. Και τα σύννεφα συναντιούνται, σπάνε και γίνονται βροχή.

after x-mas post

 Ήθελα να γράψω ένα πολύ χαρούμενο post. Με πολλές εικόνες από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές μου στην «πατρίδα», με αστεία περιστατικά, με πολύ ξεχωριστές στιγμές. Μετά κατάλαβα ότι δε μπορώ να τα χωρέσω σε ένα κείμενο. Είναι πολλά, δε μπορώ να τα διαχειριστώ. Καμιά φορά η ζωή γίνεται τόσο έντονη και επιτακτική που σε κατακλύζει, σε αποσυντονίζει. Τώρα, δεν ξέρω αν το εκφράζω και τόσο καλά. Μιλάω για κείνες τις φορές είναι τόσο πυκνή η ροή των γεγονότων, ή τόσο φορτισμένη η σημασία τους που ακόμα κι αν είσαι στο επίκεντρό τους νιώθεις ανίκανος να τα αφομοιώσεις.

Κι έτσι δε μπορώ να γράψω ένα κείμενο με συνοχή, αρχή, μέση και τέλος. Ίσως φταίει και το hangover από τη χθεσινή οινοποσία. Κι έτσι όπως σβουρίζουν όλα ασυνάρτητα στο κεφάλι μου, μένει έντονη η υγρή μυρωδιά της πρωτοχρονιάτικης αυγής, οι δροσοσταλίδες πάνω στα γιασεμιά και τις μπουκαμβίλιες, το τρίξιμο των ξύλων στο τζάκι και τη φωτιά που έκαιγε μαζί και τις σκέψεις μου, μέχρι κάποιες από τις πιο συγκινητικές λέξεις που μου έχουν πει να ξαποστείλουν άδοξα τη μάσκαρα και το υπόλοιπο εορταστικό μακιγιάζ μου.  Επίσης θα θυμηθώ για να το ξεχάσω πάραυτα το πρώτο (κι ελπίζω τελευταίο) ζειμπέκικο της χορευτικής σταδιοδρομίας μου με μόνη ευτυχή περίσταση το ότι άπαντες οι μάρτυρες του τραγικού αυτού συμβάντος ήταν το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς, στουπί, κι έτσι έμελλε να καταγραφεί σε από χέρι – και ουίσκι – προ πολλού καμένα εγκεφαλικά κύτταρα.  Άλλα νέα από το Κάστρο? Α! Οι σοβάδες της Γκερνίκας δεν χάσκουν πια απειλητικοί, η κουπαστή εν μέρει αποκαταστάθηκε (ε, μην το παρακάνουμε) και οι τουαλέτες ντύθηκαν με πλακάκια και έζησαν την πρωτόγνωρη χαρά του χαρτιού και του σαπουνιού. Οι συμμαθητές και φίλοι παντρολογιούνται με ανησυχητικά μεγάλους ρυθμούς, κι ομοίως κάνουν και κάτι νεόπλουτα ξαδέρφια με γάμους-μπολιγουντιανές- υπερπαραγωγές όπου τα νεόνυμφα ζευγάρια αναδύονται καταμεσής της πίστας της γαμήλιας δεξίωσης μέσα σε cabrio μερσεντέδες (ναι καλά διάβασες!). Ως όφειλε, για να εκπληρώσει τον υστερικό γονεϊκό ρόλο της, η maman απελπίζεται γιατί δε βλέπει χαέρι από τις κόρες της και προτείνει στην πρεσβύτερη (εγώ είμαι αυτή, μην μπερδεύεσαι), ρεαλιστική επαγγελματική αποκατάσταση στην Ιερά Μητρόπολή Νεαπόλεως όπου: «θα-πάρεις-αυτοκινητο-και-θα-βρεις-ένα-καλό-παιδί………..» Το οποίο με βάση τα δεδομένα θα είναι ή θεούσος ή σωφρονιστικός υπάλληλος, γιατί αυτά παράγει εκεί το μέρος. Ο Μυλοπόταμος είναι από την άλλη μπάντα ;-) Κι επειδή τώρα που τα ξαναθυμήθηκα αυτά συγχύστηκα, ας επανέρθω στο άρωμα του ναργιλέ, του καμένου ξύλου, του φρεσκοκομμένου γιασεμιού από τα χέρια κείνου που μού ‘ταζε μπουγαρίνια και σας έταζα εγώ ιστορίες που δεν έγραψα ποτέ.

Εγώ προειδοποίησα για το χάος των συνειρμών μου, σωστά? Τώρα λοιπόν γύρισα, με την αίσθηση ότι μου είχε λείψει η αθηναϊκή μου ρουτίνα και ζωή. Κι όμως τώρα ήδη νιώθω να μου λείπουν κάποιοι άνθρωποι εκεί, που μεγαλώσαμε μαζί, και που ξέρω πως την αυθεντικότητα και την ποιότητά τους δεν θα τη βρω πουθενά αλλού και ποτέ ξανά. Και πολύ τους αγαπώ. Και τα δικά τους λόγια μετράνε όσο τίποτε. Κι ίσως με κρατάνε στο να μη χάσω ολότελα την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους.

έτρεχα

 Μέσα στη νύχτα έτρεχα

τα βήματά σου έψαχνα

μα η άσφαλτος τα σβήνει

και μνήμες δεν κρατά

Και ρώτησα τον άνεμο

της πόλης τον παράνομο

σε ποια γωνιά ξεγλίστρισες

“Με μια απόχη τ’ όνειρο, απόψε κυνηγά”

Να μ’ άκουγες που έτρεχα

ξοπίσω σου και λαίμαργα

στα στήθη μου ανέπνεα

τη λύπη απ’ τις δικές σου εκπνοές

Όλη τη νύχτα σ’ έψαχνα

δε μ’ έβλεπες μα σ’έβλεπα

να πιάνεις απ’ το χέρι και πάλι τις σκιές.

  

* όχι, αλήθεια σας λέω, καλά είμαι, με έχει πιάσει το ποιητικό μου, αλλά θα μου περάσει, δεν είναι τίποτα, ήδη ήπια ένα depon, αν χρειαστεί θα πάρω και αντιβίωση, θα κάνω εξορκισμό ή ό,τι χρειαστεί τελοσπάντων.  :-)

λάθος

theatre.jpg 

Ναι, το ξέρω. Λάθος σενάριο μας δώσαν πάλι, λάθος ρόλους. Η αυλαία σηκώνεται και πέφτει ασυγχρόνιστη, η μουσική παράταιρη, τα κοστούμια μας στενά, παλιοκαιρισμένα.

Χαμογέλα όμως κι υποκλίσου.

Ακόμα κι αν το χειροκρότημα σιγεί, κι αν το κοινό γελά άκαιρα μαζί μας, αν στις σιωπές μας μουρμουράει βέβηλα.

Χαμογέλα κι υποκλίσου.

Το ξέρω, ναι, οι ρόλοι είναι λάθος, οι ατάκες μας κλεμμένες, το τέλος ατελές.

Χαμογέλα στα τυφλά - άσε τον προβολέα να σε θαμπώσει.

Πιάσε με από το χέρι, χαμογέλα - ακούς? κι υποκλίσου.

Νεώτερες καταχωρίσεις » · « Παλιότερες καταχωρίσεις