Μια ματιά
δεν ήταν προμελετημένη.
Μια ματιά,
πλανήθηκε, μετεωρήθηκε, κοντοστάθηκε.
Μια ματιά τυχαία.
Τα φύλλα σταμάτησαν το θρόισμα τους
τα πουλιά έμειναν για λίγο άλαλα
μια ματιά,
σαστισμένη,
τυχαία,
μαγνητική,
αμφίβολη.
Μια ματιά
δεν ήταν προμελετημένη.
Μια ματιά,
πλανήθηκε, μετεωρήθηκε, κοντοστάθηκε.
Μια ματιά τυχαία.
Τα φύλλα σταμάτησαν το θρόισμα τους
τα πουλιά έμειναν για λίγο άλαλα
μια ματιά,
σαστισμένη,
τυχαία,
μαγνητική,
αμφίβολη.
Ξεγελώ τις νύχτες
και τις μέρες
τους λέω πως είμαι εδώ
μα κάτι λείπει
κάτι από την ψυχή
κάτι από το κορμί
και περιπλανιέμαι ακέραιη
θαρρείς
ψάχνοντας τα κλάσματα μου
στις νύχτες, στις στιγμές
όταν θέλω να ξεχαστώ
στον ύπνο, στα όνειρα
στον αιθέριο μου βίο παράλληλο
εκεί που δεν ελέγχω την ψυχή μου,
δεν σκηνοθετώ τα όνειρά μου.
Μέσα στη νύχτα έτρεχα
τα βήματά σου έψαχνα
μα η άσφαλτος τα σβήνει
και μνήμες δεν κρατά
Και ρώτησα τον άνεμο
της πόλης τον παράνομο
σε ποια γωνιά ξεγλίστρισες
“Με μια απόχη τ’ όνειρο, απόψε κυνηγά”
Να μ’ άκουγες που έτρεχα
ξοπίσω σου και λαίμαργα
στα στήθη μου ανέπνεα
τη λύπη απ’ τις δικές σου εκπνοές
Όλη τη νύχτα σ’ έψαχνα
δε μ’ έβλεπες μα σ’έβλεπα
να πιάνεις απ’ το χέρι και πάλι τις σκιές.
* όχι, αλήθεια σας λέω, καλά είμαι, με έχει πιάσει το ποιητικό μου, αλλά θα μου περάσει, δεν είναι τίποτα, ήδη ήπια ένα depon, αν χρειαστεί θα πάρω και αντιβίωση, θα κάνω εξορκισμό ή ό,τι χρειαστεί τελοσπάντων.