Posts Tagged ‘σαχλίτσες’

passatempo

Ωραία blogger έχω γίνει εγώ που γράφω μόνο όποτε βαριέμαι στη δουλειά… κι ουτε καν τόσο συχνά! Νομίζω θα με διαγράψει η πανελλήνια ομοσπονδία βλόγκερς όπου να’ναι.

Λοιπόν… το θέμα είναι ότι σήμερα έχει τόση ησυχία που δε μπορώ να δουλέψω, απλά δε γίνεται. Εγώ θέλω να γίνεται κι ένας ψιλοχαμός για να καταβάλω προσπάθεια να συγκεντρωθώ και να τα καταφέρω. Είχα συνηθίσει και πάντα στο γραφείο να ακούγονται φωνές, βρισιές, τσακωμοί, τώρα δε μπορώ με τέτοια ηρεμία.

Διανύω επίσημα τον τρίτο μήνα μου στο ηρωικό (και δημοκρατικό, μην ξεχνάμε) heraklion και ιδού σε μπούλετς τα high-lights των διαπιστώσεών μου:

  • σε ένα χρόνο από τώρα θα είμαι η 2πλάσια. Ίσως και η 3πλάσια. Βασικά εδώ το πιο ποιοτικό και άρα σίγουρο μέσο διασκέδασης, είναι το φαί. Κάθε μέρα ακούω για άλλη ταβέρνα, ρακάδικο, μεζεδοπωλείο, μουσικό μεζεδοπωλείο. Παίζει να υπάρχουν περισσότερα από ό,τι και στην Αθήνα. Νομίζω κάθε βράδυ να πηγαίνω σε άλλο, θα μου πάρει μήηηηνες ολόκληρους μέχρι να τα εξαντλήσω και αν. Γενικά εδώ είσαι χορτασμένος. Και χορτασμένος φτηνά. Δεν πληρώνεις 20 ευρώ για 2 μπύρες και μια ποικιλία, με 10 εχεις φάει και πιει του σκασμού. Χώρια το γλυκό στο τέλος. Απλό παράδειγμα – όχι σε ταβέρνα, αλλά σε καφέ. Παραγγέλνουμε μια μπύρα κι ένα ποτήρι κρασί. Εκτός από αυτά, προσγειώνονται στο τραπέζι μας: ένα μπολ φυστικοξηροκάρπια, ένα μπολ πατατάκια, ένα μπολ με παξιμαδάκια σε διάφορες γεύσεις και αποχρώσεις, ένα πιάτο με 4 φλογέρες τυρί – ζαμπόν και ένα πιάτο με 4 σπρινγκ ρολλς. Πρέπει να αρχίσω επειγόντως γυμναστήριο!
  • ας μείνω στη διασκέδαση. Υπάρχουν 2-3 μπαρ τα οποία διαφέρουν από τα υπόλοιπα καγκουρομάγαζα. Σε αυτά γίνεται χαμός. Και οι φάτσες ανακυκλώνονται. Εγώ έχω παει σε καθένα 1-2 φορές και ήδη χαιρετάω κόσμο που γνώρισα εκεί. Μου λείπει ένα μαγαζί λίγο πιο underground, λίγο πιο industrial, που να μην παίζει όμως τα τραγούδια που παίζαμε στο προαύλιο του σχολείου με κιθάρες και φυσαρμόνικες 10+ χρόνια πριν. Να, κάτι σαν το Hoxton. Εδώ και τα μαγαζιά που διαφέρουν παρα-είναι κυριλέ. Αυτό το κυριλέ σηκώνει ανάλυη. Φυσικά υπάρχει και η κλασική guernica (βλ. παλιότερο ποστ) αλλά δεν είναι να το παρακάνεις με την πάρτη της, γιατί κινδυνεύεις να καείς πιστεύοντας ότι είσαι ακόμα 18 και μπορείς να χοροπηδάς ανέμελος στα σπασμένα πλακάκια. Χμμ…
  • Κεφάλαιο κυριλέ: πολύ στήσιμο βρε παιδί μου, πολύ στήσιμο. Γιατί; Ούτε στο Κολωνάκι δεν έχω δει τόση επιτήδευση (οκ, το παράκανα). Πάμε σε εγκαίνια ενός νέου μπαρακίου (δυστυχώς εξανεμίστηκαν οι ελπίδες μου ότι θα έφερνε κάτι το πολύ διαφορετικό βλέπε την απο πάνω παράγραφο). Η ώρα 8 με το ζόρι. Η μέρα Τρίτη. Οι κοπέλες – και οι άντρες, ντυμένες βαμμένες – οι άντρες όχι, πάλι καλα, στην τρίχα. Μαλλί κομμωτηρίου, φρεσκοσιδερωμένο, τακούνα να με το συμπάθιο, ντύσιμο, τσαντάκι φάκελος στο χέρι. Εγώ νιώθω η γυφτάρα του χωριού, αλλά γρήγορα συνέρχομαι και λέω ότι έτσι έχω βγει σάββατο βράδυ στην Αθήνα. Δεν έχω εγώ το πρόβλημα αλλά ΑΥΤΟΙ.
  • Ας πιάσουμε όμως και το Αυτές, πιο ειδικά. Πέρα από τα παραπάνω… οι γυναίκες έχουν λέμε τελείως ξεφύγει. Άκουσα για κοπέλα και δη υπάλληλο σε μαγαζί για παπούτσια, η οποία ανανεώνει το λουκ της αλλάζοντας περούκα. Υποθέτω, ξυπνάει το πρωί, λέει, ποια είμαι σήμερα, είμαι η μετενσάρκωση της Μονρο; Βαζει την ξανθιά πλατινέ περούκα. Η τρίτη είναι η μέρα της μελαχοινής περσόνας, η τετάρτη της τζέσικαραμπιτ-κοκκινομάλας και πάει λέγοντας. Εγώ έχοντας φρίξει ακούγοντας αυτό το νεωτερισμό – βρε μήπως είμαι συντηρητικιά τελικά; – εξέφρασα την άποψή μου, για να ακούσω να την υποστηρίζουν οι έτεροι συνομηλιτές ότι της πάει πολύ και γιατί όχι ; Εκεί αποφάσισα καλύτερα να μη μιλάω και πολύ.
  • … βέβαια οι άλλοι μιλάνε για μένα. Είπαμε, είμαι μόλις δυο μήνες κλεισμένους εδώ, δεν έχω κυκλοφορήσει και τόσο, έχω αποφύγει so far τα πολλά PR, γενικά κρατάω ινκόγκνιτο προφίλ. Η φήμη μου όμως προφανώς προηγείται. Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται που μαθαίνω από φίλο μου ότι του είπε μια φίλη του που της το είπε ο αφεντικός της που του το είπε ενας γνωστός του ότι εγώ παίρνω Χ μισθό. Δηλαδή… ποιος χριστιανός κάθισε κι ασχολήθηκε με μια τύπισσα που ουτε καν δεν εχει δει ποτέ, και άρχισε να διαδίδει φήμες για κείνη (που ήταν και μούφα συν τοις άλλοις!). Ήμαρτον! Get a life.
  • έρχονται διάφοροι που θέλουν να γράψουν εδώ στο περιοδικό και όλοι τους σχεδόν όταν τους ρωτήσω για τι πράγμα θέλουν να γράφουν, μου απαντάνε ότι θέλουν μια στήλη μέσα από την οποία να
    “θάβουν” κόσμο. Απίστευτο; Είμαστε η γενιά μήπως των μεσημεριανών γκόσιπ εκπομπών και θέλουμε να γίνουμε κατίνες στη θέση της κατίνας; Θα μου πεις βέβαια εσύ τι κάνεις τόση ώρα; Εγώ κάνω κοινωνιολογική παρατήρηση και καταγραφή.
  • Και μια που λέω για κοινωνιολογική παρατήρηση. Το Σάββατο πέρασα όλο το απόγευμά μου σε τοπικό δημόσιο νοσοκομείο. Εντάξει, περαστικό ήταν, μόλις μου έκαναν την ένεση όλα ξαναγίναν ρόδινα. Ένιγουέι… Στατιστική ανάλυση των θαμώνων των διαδρόμων του νοσοκομείου: ~45% αλβανοί, ~45% Έλληνες, λούμπεν κατάσταση ή βοσκάκια – πετσάκια (πετσακας = ψιλοορεσίβιος τύπος που φοράει μαύρο πουκάμισο, χρυσή καδένα, ψηλοκάβαλο τζιν, λουστραρισμένο παπούτσι, κρατάει κομπολόι και οδηγεί νισσάν ναβάρα). Αααα! κι ένα 10% βαριά – βαριά, λοιποί τύποι, πιο everyday φάτσες. Που πήγαν ξαφνικά οι κυριλέδες του herakliou?

Anyway, σταματάω εδώ γιατί έχω πάρει φόρα. Μην τα πω κι όλα με την πρώτη ε?

αν και ειμαι σίγουρη ότι θα έχω μπόλικο υλικό..

φτου ρε γαμώτο, ακόμα 4 είναι…. :-(

μεταμεσονύχτιες “καμμένες” θεωρίες

Μα καλά ακόμα στο Πάσχα έχω μείνει εδώ πέρα; Πήγα Πράγα, γύρισα, πήγα Πήλιο, γύρισα, έπηξα στη δουλειά, πήγα Κάρυστο, γύρισα, πήγα Μύκονο, γύρισα, πήζω στη δουλειά, πάω Σύρο το τριήμερο και υποθέτω γυρίζοντας θα ξαναπήξω στη δουλειά. Ναι. Ωραία.

Με αφορμή λοιπόν αυτό το “πήξιμο”, το θέμα που θα αναλύσουμε σήμερα είναι η νέα θεωρία μου για το πως καταφέρνει μια (μισθωτή) δουλειά να απορροφήσει όλο τον ελεύθερο χρόνο σου και την προσωπική ζωή σου, ή γιατί βγαίνεις άχρηστος/κακός υπάλληλος όταν πας να προβάλεις κάποιες λογικότατες αντιρρήσεις στις παρα-λογικότατες απαιτήσεις των ανώτερών σου ή έστω να βάλεις κάποια όρια στο πόσο μπορούν να σε… σοδομίζουν βρε αδερφέ. Τώρα δεν είμαι σίγουρη ότι η παραπάνω πρόταση βγάζει ακριβώς νόημα, αλλά είναι και αργά και το μυαλό όσο να πεις έχει αρχίσει να κουρκουταίνει με το πηγαινέλα άχρηστων πληροφοριών και την καταγραφή τους στα υπέροχα έντυπα στα οποία εργάζομαι.

Λοιπόν τι έλεγα; Α ναι. Η θεωρία μου για το πώς μπορεί να ξεφύγουν οι απαιτήσεις σε ένα εργασιακό περιβάλλον ώστε τα απολύτως παράλογα να είναι πια λόγικά και δεδομένα.

Ας πάρουμε ένα απλό και διόλου τυχαίο παράδειγμα. Επί δύο εβδομάδες δουλεύεις εξαντλητικές ώρες, non stop, βγάζοντας πολύ μεγάλο όγκο δουλειάς και όχι παίζοντας στο facebook. Έρχεται λοιπόν η Παρασκευή, η ώρα 12μιση το βράδυ (δουλεύεις ασταμάτητα από τις 10, το πρωί ντε) και θέλεις να φύγεις να πας σπίτι σου να κοιμηθείς ή να βρεις τους φίλους σου και να πνίξεις τον πόνο σου σε ένα και δύο και τρία και τέσσερα ποτά. Τι πιο λογικό θα μου πείτε, δεδομένου και μία και δύο και τρεις και τέσσερεις ώρες να κάτσεις ακόμα, η ρημαδο-δουλειά δεν θα τελειώσει. Ξαφνικά λοιπόν πιάνεις τον εαυτό σου να διαπραγματεύεται με τον/την προϊστάμενο και να απολογείσαι για το ότι φεύγεις “τόσο νωρίς”. Όπα, κάτι δεν πάει καλά εδω.

Θα σας πω τι δεν έχει πάει καλά. Άλλη συνάδελφος έχει ήδη κλείσει 48ωρο σερί  και ακόμα ακμαία (και με τα ίδια ρούχα από χτες) συνεχίζει λες και όταν ήταν μικρή έπεσε στη μαρμίτα με το red bull. Που να μιλήσεις τώρα κι εσύ με το ταπεινό σου δεκατετραμισάωρο?

Και μετά το παράδειγμα περνάμε στην θεωρία: Το πρόβλημα σε κάθε δουλειά εντοπίζεται στον/στην συνάδελφο που είναι διατετιμένος/η να θυσιάσει τα πάντα από τον προσωπικό του/της χρόνο και ζωή και να τα δώσει όλα προκειμένου να αποδείξει στο αφεντικό (ή στον εαυτό του/της) ότι είναι simply the best. Βγαίνει και σε μοντέλο που εξαρχής (από το εργοστάσιο σα να λέμε) δεν είχε προσωπική ζωή. Η έλειψη προσωπικής ζωής με τη σειρά της, συνεπάγεται παρατεταμένη έως οριστική αποχή από το σεξ, πράγμα που δημιουργεί αλυσσιδωτές ορμονικές διαταραχές που ως γνωστόν κάνουν τα νεύρα του/της τσατάλια. Η συνέχεια γνωστή. Τα νεύρα ξεσπάνε στους συναδέλφους, τα πάντα τον/την ενοχλούν, από τη μουσική μέχρι το ανοιχτό (ή το κλειστό ενίοτε, ανάλογα την ώρα και την πορεία του Ερμή) παράθυρο, κτλ κτλ κτλ. Το άτομο αυτό που λέτε, σιγά σιγά θέλει να περάσει το δικό του μοντέλο ζωής και στους γύρω του. Κατά την θεωρία μου αυτό είναι μια υποσυνείδητη πράξη εκδίκησης: “δε θα καλοπερνάτε εσείς με φίλους, γκόμενους και βολτούλες ενώ εγώ θα πήζω εδώ αφού δεν έχω που να πάω και ποιον να δω”. Το πιθανότερο είναι ότι το συγκεκριμένο άτομο στο σχολείο ήταν από αυτά τα παιδάκια που κυνηγούσαν το απουσιολόγιο και το τηρούσαν ευλαβικά, πετάγονταν από το καρεκλάκι τους με το δείχτη μονίμως αγκυλωμένο σε όρθια θέση ουρλιάζοντας “Κύριε-κύριε-κύριε!!!”, και στο διάλειμμα δεν έβγαιναν από την τάξη γιατί διάβαζαν το επόμενο μάθημα ώστε να κάνουν τους έξυπνους. You get the picture?

Έτσι που λέτε. Πάντα, σε κάθε γραφείο – εταιρεία – τμήμα, θα υπάρχει ένας ή παραπάνω σπασίκλες – κ*****νοι τύποι που χαλάνε την πιάτσα και αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή ναι μεν για σένα, παράδειγμα προς μίμηση ωστόσο για το αγαπημένο σου αφεντικό. Εννοείται πως ο τύπος (τύπισσα) αυτός /αυτή, θεωρεί αδιανόητη την απαίτηση που προβάλλεις εσύ να φύγεις πχ μια μέρα στο 8ωρό σου. Ή να μην πας το σ-κ να δουλέψεις. Ή να πεις μια μαλακία με το διπλανό σου.

Το κείμενο αυτό βασίζεται σε φανταστικά πρόσωπα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τελείως τυχαία. :-)

ριγιούνιον!

 Κατόπιν απαιτήσεως του αναγνωστικού μου κοινού (!?) επανέρχομαι με ένα σύντομο post άνευ ουσίας και σκοπού. Ο τελευταίος μήνας ήταν ιδιαιτέρως δύσκολος, και αν δεν είχαν μεσολαβήσει και τα τσιπουράκια του Τυρνάβου, δεν ξέρω πως θα τον είχα βγάλει. Χαλάλι και οι δυόμισι ώρες στα 15 χλμ του κωλο-Μαλιακού. Θα μου πείτε, εσύ οδηγούσες? Όχι, αλλά συνοδηγούσα, και αν θέλετε να ξέρετε κατέβαλλα υπεράνθρωπες προσπάθειες να μη με πάρει ο ύπνος για να κρατήσω παρέα στον οδηγό. Τελοσπάντων, όλο αυτό το διάστημα δεν είχα χρόνο όχι για να γράψω εδώ μέσα, αλλά ούτε να διαβάσω άλλα βλόγκς οπότε μη μου κακιώνετε!

Σήμερα λοιπόν που ήρθα ευδιάθετη (!) στο γραφείο, διανύοντας την πέμπτη συνεχή μέρα με ακατέβατα δέκατα βρήκα ένα μήνυμα από έναν πρώην (συμμαθητή J) που με ρωτούσε αν θα πάω στο «ριγιούνιον» την επόμενη εβδομάδα! Χρειάστηκαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι ο κατά τα άλλα εξαιρετικά εύστροφος εγκέφαλός μου (δε θέλω σχόλια!) συνειδητοποιήσει ότι το εν λόγω «ριγιούνιον» είναι αυτό που είχε καθοριστεί δέκα χρόνια μετά από τη λήξη της σχολικής μας θητείας. 10 ΧΡΟΝΙΑ μετά… Νομίζω ότι κάποιος έχει πειράξει το συμπαντικό ρολόι, κάποιος πήδηξε τουλάχιστον μια πενταετία, γιατί δε μπορεί, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν, να πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια. Εννοείται ότι όταν κλείναμε το ραντεβού, τα δέκα χρόνια μας φαινόταν αιώνας, και νομίζαμε ότι ως τότε θα είμαστε κωλόγεροι – το λιγότερο. Θα μου πεις, σύνελθε κοριτσάκι, επειδή εσύ ακόμα περιφέρεσαι στη ζωή σου άσκοπα και μποέμικα, μέσα σε καπνούς και αλκοόλ (συνειρμικά μου ήρθε τώρα το «Φιλαράκι» που τραγουδάγαμε τότε με κιθάρες και ύφος μελαγχολικο – mon dieu!) και μένεις ακόμα στη φοιτητική σου γκαρσονιέρα, και κάνεις χαζοφλέρτ και φοράς all-star όπως τότε, δε σημαίνει ότι δεν έχεις όντως μεγαλώσει. Εξάλλου, ουκ ολίγοι συμμαθητές είναι ήδη παντρεμένοι με παιδιά, μη μιλήσω για κείνους που μας άφησαν για πάντα. Αδυσσώπητος ο χρόνος. Και δεν τον παίρνεις και πάντα χαμπάρι. Τεσπά, εγώ στο «ριγιούνιον» δεν πάω, πού να τρέχεις τώρα, άσε που αν δω τους μισούς συμμαθητές παντρεμένους και τους άλλους μισούς με κοιλίτσα και φαλάκρα μπορεί να χτυπήσω καμιά κατάθλιψη και δε λέει ανοιξιάτικα. Τελικά το post δε βγήκε και τόσο σύντομο, τουλάχιστον τήρησα την υπόσχεσή μου ότι θα είναι άνευ ουσίας και σκοπού, χεχε!