Posts Tagged ‘passion’

πολύχρωμα σχέδια σε μαύρο φόντο

 Το ήξερα ότι έπρεπε να τελειώσει. Ήμουν προετοιμασμένη, το ήθελα, το είχα πια ανάγκη. Είχα ήδη ξεπεράσει τα όρια μου. Τα συνήθη τουλάχιστον όριά μου, γιατί ο εαυτός μας συνεχώς μας εκπλήσσει. Ένιωθα και μέσα μου ότι έκλεινε το κεφάλαιο, απλά δεν ήξερα αν η αποφασιστικότητά μου θα κατέρρεε μόλις σε έβλεπα. Γι’ αυτό ήμουν νευρική, γι’ αυτό ήμουν απότομη, γι’ αυτό έλεγες πως ήμουν διαφορετική. Κρατιόμουν με άμυνες για να μην αφεθώ… για άλλη μια φορά.

Μέσα σε ένα μπαρ για μεθυσμένους αμερικανούς τουρίστες, με πολύχρωμα μπουκάλια και σκονισμένα βαρέλια, με μουσική άλλων δεκαετιών, σε άκουγα να μου λες για τα ουσιαστικά της ζωής σου, για τη χαρά σου, για τις αλλαγές σου. Χαιρόμουν που σε έβλεπα χαρούμενο. Και ήξερα πια πως εγώ δεν είχα θέση καμιά σε αυτό το δρόμο που ξεκινάς. Θα γυρίσεις στην αιώνια αγαπημένη σου, εκεί από όπου μάλλον δεν έφυγες ποτέ.

Κάτω από την αλαζονεία σου, κάτω από το ψώνιο σου, κάτω από την υπερβολή, κάτω από την αυτοπεποίθηση και τους παροξυσμούς σου, κάτι άλλο είδα εγώ θαρρώ, κάτι άλλο ερωτεύτηκα, ίσως αυτό τον χαζορομαντικό εαυτό σου που βουρκώνει κάθε φορά που βλέπει τη Καζαμπλάνκα, ή μου μίλαγε στις δύο τα ξημερώματα για τον Αριστοτέλη, ή με κοίταγε βαθιά στα μάτια και για λίγο αφηνόταν ή με φίλαγε με πάθος ή με κολάκευε με τα λόγια του που δεν θα μάθω ποτέ αν τα πίστευε.

Τα έντονα πάθη σφραγίζονται με δάκρυα, έτσι δεν είναι? Εξάλλου ξέρω πόσο σου αρέσουν οι κινηματογραφικοί αποχωρισμοί, δε θα σου άξιζε κάτι λιγότερο. Κι ας μη μοιάζω με τη Μπέργκμαν. Κι ας πήρα απλά ένα ταξί στη Φιλελλήνων… Ξέχασες τη Lifo στην τσάντα μου. Το εξώφυλλο εξακολουθεί να μου μοιάζει χαρούμενο και ανοιξιάτικο. Θα μου λείψεις, καλή τύχη.

for the brave

 Ανάσες βαριές, βλέμματα γεφυρωμένα

Δάχτυλα που την ύλη γυρεύουν να διαπεράσουν,

να τη νικήσουν, τη ψυχή να βρουν

Στόματα διστακτικά και λέξεις φυγάδες

Σώματα γυμνά, από ρούχα και το βασανιστικό ενικό τους

Ψίθυρροι που αντιλαλλούν κι ανακλώνται

στο δέρμα που αναρριγεί,

στους πόρους του που ποτίζονται μ’ άρωμα ξένο.

Κείνη τη νύχτα ήθελα να σου φωνάξω

πως τα πάθη είναι για τους γενναίους

Κι από το χέρι να σε πιάσω να σου θυμίσω -να θυμηθώ κι εγώ

πως πηδάς απ’το γκρεμό

στο άγνωστο, το σκοτεινό

Στο άπιαστο.

Κι ήθελα τον πόθο μου πάνω σου να σβήσω

σα τσιγάρο σε απροστάτευτη σάρκα.

Γιατί είδα την αλήθεια σου στα μάτια να γεννιέται

και στο στόμα που έμενε μισάνοιχτο

με μια λέξη μισοειπωμένη, στην άκρη αγκυροβολημένη

Αυτή την αλήθεια που απόρθητα οχυρώνεις

την είδα εγώ να μου χαμογελά κλεφτά και να μου γνέφει

μέσα μου να ψάχνει να ξενιτευτεί.

Κι όπως αχόρταγα σε κοίταζα, ήθελα να σου φωνάξω

μη φοβάσαι, το πάθος είναι για μας. Μοιραία.