Το ήξερα ότι έπρεπε να τελειώσει. Ήμουν προετοιμασμένη, το ήθελα, το είχα πια ανάγκη. Είχα ήδη ξεπεράσει τα όρια μου. Τα συνήθη τουλάχιστον όριά μου, γιατί ο εαυτός μας συνεχώς μας εκπλήσσει. Ένιωθα και μέσα μου ότι έκλεινε το κεφάλαιο, απλά δεν ήξερα αν η αποφασιστικότητά μου θα κατέρρεε μόλις σε έβλεπα. Γι’ αυτό ήμουν νευρική, γι’ αυτό ήμουν απότομη, γι’ αυτό έλεγες πως ήμουν διαφορετική. Κρατιόμουν με άμυνες για να μην αφεθώ… για άλλη μια φορά.
Μέσα σε ένα μπαρ για μεθυσμένους αμερικανούς τουρίστες, με πολύχρωμα μπουκάλια και σκονισμένα βαρέλια, με μουσική άλλων δεκαετιών, σε άκουγα να μου λες για τα ουσιαστικά της ζωής σου, για τη χαρά σου, για τις αλλαγές σου. Χαιρόμουν που σε έβλεπα χαρούμενο. Και ήξερα πια πως εγώ δεν είχα θέση καμιά σε αυτό το δρόμο που ξεκινάς. Θα γυρίσεις στην αιώνια αγαπημένη σου, εκεί από όπου μάλλον δεν έφυγες ποτέ.
Κάτω από την αλαζονεία σου, κάτω από το ψώνιο σου, κάτω από την υπερβολή, κάτω από την αυτοπεποίθηση και τους παροξυσμούς σου, κάτι άλλο είδα εγώ θαρρώ, κάτι άλλο ερωτεύτηκα, ίσως αυτό τον χαζορομαντικό εαυτό σου που βουρκώνει κάθε φορά που βλέπει τη Καζαμπλάνκα, ή μου μίλαγε στις δύο τα ξημερώματα για τον Αριστοτέλη, ή με κοίταγε βαθιά στα μάτια και για λίγο αφηνόταν ή με φίλαγε με πάθος ή με κολάκευε με τα λόγια του που δεν θα μάθω ποτέ αν τα πίστευε.
Τα έντονα πάθη σφραγίζονται με δάκρυα, έτσι δεν είναι? Εξάλλου ξέρω πόσο σου αρέσουν οι κινηματογραφικοί αποχωρισμοί, δε θα σου άξιζε κάτι λιγότερο. Κι ας μη μοιάζω με τη Μπέργκμαν. Κι ας πήρα απλά ένα ταξί στη Φιλελλήνων… Ξέχασες τη Lifo στην τσάντα μου. Το εξώφυλλο εξακολουθεί να μου μοιάζει χαρούμενο και ανοιξιάτικο. Θα μου λείψεις, καλή τύχη.